17 May 2012

Ελεύθερος


 Από τα βρώμικα τζάμια αχνές περνούν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου.
Ο Μηνάς, έσπρωξε με τα σκουριασμένα του κοκκαλα τα σκεπάσματα
και ακούμπησε τα γυμνά του πόδια στο κρύο ξύλινο πάτωμα.
Ο πρωινός βήχας από το κάπνισμα τόσων χρόνων, τον επισκέφτηκε και σήμερα. 
Κόβοντας του την ανάσα για λίγο, θυμίζοντας του ότι οι αμαρτίες της νιότης, 
πληρώνονται σε βάθος χρόνου.
Κάνοντας προσπάθεια σηκώθηκε από το κρεβάτι, προσπαθώντας 
να ισορροπήσει στα γέρικα του πόδια και κατευθύνθηκε στη βρύση, 
που το παγωμένο της νερό, χρόνια τώρα είναι το φάρμακο 
που τον φέρνει στη ζωή κάθε πρωί.

Μια ζωή μονός, από παιδί όταν έφυγε από το σπίτι και βγήκε στο μεροκάματο,
γυρνώντας όλο το κόσμο ψάχνοντας το ''παράδεισο'' που θα ρίζωνε.Έχοντας την τάση να το βάζει στα πόδια, μόλις ένιωθε ''φυλακισμένος'' άλλαξε πολλές δουλειές κι αφεντικά.
Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έκανε οικογένεια.
Όλα του τα υπάρχοντα ήταν μια παλιά μοτοσυκλέτα, φορτωμένη με δυο παλιές δερμάτινες τσάντες στα πλάγια,που μέσα είχαν όλα του τα υπάρχοντα, μαζί με χιλιάδες εμπειρίες και αναμνήσεις.
Την είχε αγοράσει γύρω στα τριάντα του,όταν ένιωσε ότι τα μέσα μεταφοράς, δεν μπορούσαν  να
 μεταφέρουν την ελευθερία που κουβαλούσε στο μυαλό του. Έζησε σα νομάδας.
Σε κάποιο ταξίδι μ' αυτήν, πέρασε από ένα τόπο που εξαιτίας του χειμώνα, 
αναγκάστηκε να μείνει κάποιο διάστημα, και επειδή τα χρήματα δεν θα του έφθαναν 
είχε ψάξει και βρήκε δουλειά σαν τσομπάνης σε κάποιο μαντρί, το οποίο το 
είχε ο μπάρμπα Γιώργης. Έμεινε εκεί όσο κράτησε ο χειμώνας, αλλά μαγεύτηκε από την 
περιοχή.
Του άρεσε η ελευθερία που του έδιναν τα ψηλά βουνά και τα δάση από οξιά. 
Ήταν όμως κάτι ακόμα.
Σα παιδί, συνήθιζε να συντροφεύει το συχωρεμένο τον πατέρα του στο κυνήγι.
Το διάστημα που έμεινε στο ορεινό χωριό, έκανε παρέα με τον Μήτσο, 
τον μεγάλο γιο του μπάρμπα Γιώργη που έδειχνε να ζηλεύει τη ζωή που του 
εξιστορούσε ο Μηνάς. Περνούσαν ώρες κουβεντιάζοντας, για τις μεγάλες 
πόλεις και αυτά που είχε ζήσει. Μαζί πήγαιναν και για κυνήγι και με τη σειρά
του ο Μήτσος του έδειξε την ομορφιά της φύσης. Μαζί χαλούσαν τις παγίδες που
έστηναν οι λαθροθήρες για αγριογούρουνα....
Όποτε όταν μπήκε η άνοιξη, αποφάσισε ότι το να γυρίσει να εγκατασταθεί μόνιμα
σ'αυτό τον τόπο ήταν στόχος.
Ο μπάρμπα Γιώργης είχε συμφωνήσει να του πουλήσει μια καλύβα, που είχε 
σε μια μαγευτική, για τα μάτια του τοποθεσία.
Έφυγε με σκοπό να μαζέψει χρήματα για το στόχο του.
Το κατάφερε, αλλά στα εξήντα του.
Με τη σύνταξη και τις οικονομίες στη τσέπη, φόρτωσε στη παλιά πλέον 
μοτοσυκλέτα που ελάχιστα χρησιμοποιούσε, τα λιγοστά του υπάρχοντα, και ξεκίνησε για τον παράδεισο που όλα αυτά τα χρόνια γυρνούσε στο μυαλό του. Πέρασε από το 
παλιό πατρικό έρημο πλέον σπίτι του και βρήκε το δίκαννο του συχωρεμένου του πατέρα του. Πλέον το να κυκλοφορεί με τη μοτοσυκλέτα, δεν ήταν και πολύ εύκολο αλλά ήθελε να κάνει ένα τελευταίο ταξίδι μαζί της.
Στο χωριό έμαθε οτι ο μπάρμπα Γιώργης είχε πεθάνει, αλλά ο Μήτσος κράτησε την υπόσχεση του πατέρα του και του πούλησε την καλύβα μαζί με την έκταση, στη μέση ενός δάσους από οξιές.

Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια που ο Μηνάς κατοικεί πλέον στο παράδεισο του.
Η μικρή σύνταξη ίσα που φθάνει για τα απαραίτητα στη καλύβα που ζει αλλά, είναι ευχαριστημένος. Λίγα ζαρζαβατικά στο μικρο κήπο, μαζί με τις δέκα κότες 
συμπληρώνουν τη διατροφή του.
Το κυνήγι που είναι και η κύρια ασχολία του όλα αυτά τα χρόνια, του προσφέρει κάποιο κρέας,μαζί με τη χαρά να ασκεί αυτό που αγάπησε από τη στιγμή που επισκέφθηκε 
αυτόν τον τόπο. Από επιλογή ερημίτης αφού όπως είχε πει και σε φίλους,
όταν προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από την επιλογή να εγκατασταθεί στην ερημιά 
-''θέλω να είμαι ελεύθερος''
Κατάλαβε ότι ποτέ δεν του ταίριαζε η πόλη, ήθελε πάντα να μυρίζει την οξιά και να ακούει τον κότσυφα..

Στο παλιό μπρίκι ο καφές ψήθηκε, γεμίζοντας μυρωδιές την φτωχή καλύβα.
Ρουφάει δυο γουλιές και ανοίγει την εξώπορτα να βγει έξω.
Στο τρίξιμο της τα δυο γκεκικα που γυρόφερναν στη μικρή αυλή έτρεξαν να πουν καλημέρα στο σύντροφο τους.
Η Λίζα εδώ και δέκα χρόνια μαζί του, τη πήρε κουτάβι και τώρα είναι γριά σα κι αυτόν.
Και η  Ρένα που την βρήκε ετοιμοθάνατη κρεμασμένη σ' ένα κλαδί από κάποιους  
που θα θελαν  να λέγονται κυνηγοί, πριν από τέσσερα χρόνια και τη μάζεψε.
Οι τρεις τους όλα αυτά τα χρόνια είναι οικογένεια, για τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού.
Ο ξένος που ζει στην ερημιά με τα δυο σκυλιά.
Ο Μηνάς όμως χαίρεται την ελευθερία του... 
Γνώρισε τα αγρίμια που υπάρχουν στη περιοχή και τα θεωρεί φίλους.
Τη γέρικη αρκούδα που περνάει κάθε τέλος φθινοπώρου μπροστά από τη καλύβα πηγαίνοντας για το χειμωνιάτικο ύπνο της.
Την αγέλη των λύκων που κάθε Μάρτη που ξεσηκώνει τα σκυλιά της περιοχής όταν
σέρνει κάποια λύκαινα.Τα γουρούνια που κάθε χρόνο γίνονται και πιο πολλά και μαζεύουν τους λύκους αλλά και τους λαθροθήρες .
Τα λυγερά ζαρκάδια που τα βλέπει από το παράθυρο το ξημέρωμα.

Από το κακοτράχαλο χωματόδρομο που περνάει μπροστά από τη καλύβα του,
αραιά και που μέσα στη νύχτα κάποιο αυτοκίνητο ανεβαίνει και τις περισσότερες
φορές είναι λαθροθήρες που στήνουν δόκανα και παγίδες για τα γουρούνια.
Ουκ ολίγες φορές τους έχε χαλάσει τα σχέδια στέλνοντας τους μηνύματα ότι στο βουνό του κυνηγάνε μονό κυνηγοί.
Μια φορά έφθασε στο σημείο να τουφεκίσει ένα αυτοκίνητο λαθροκυνηγών με αποτέλεσμα να του κουβαληθεί ο ''νόμος'' για να του ζητήσουν τα ρέστα. Μόλις όμως τους έδειξε τα αποδεικτικά στοιχεία που άφησαν πίσω τους οι λαθροθήρες τον άφησαν ήσυχο στην ελεύθερη του μοναξιά.

Κάθεται στα σαρακοφαγωμένα ξύλινα σκαλιά και τα σκυλιά απλώνουν τα κεφάλια τους να πάρουν το πρωινό τους χάδι.
Απλώνει το χέρι και τις χαϊδεύει και τις δυο που αμέσως γυρνάνε και απομακρύνονται από αυτόν, με τα αυτιά τεντωμένα και τις μύτες
κόντρα στον αέρα.
Το ίδιο και ο γερο Μηνάς που παλεύει και αυτός  να πιάσει τη φωνή του δάσους.
Η θολή ματιά του πέφτει στη παλιά μοτοσυκλέτα που σαπίζει ακουμπισμένη στον
ξύλινο φράχτη. Το μυαλό πηδάει στα χιλιόμετρα που έγραψε μαζί της...

Το Φθινόπωρο είναι στα μέσα του.. Τσίχλες και φασσες περνούν 
για το ταξίδι τους στα νότια. 
Ακούγεται ένα αυτοκίνητο να ανεβαίνει το στενό χωματόδρομο.
Ο μόνος που περνάει τέτοια ώρα είναι ο φίλος του ο Μήτσος, που πάει για το μαντρί κάθε πρωί . 
Σταματάει μπροστά στο παλιό φράχτη και φωνάζει:
- ''Καλημέρα!''
- ''Καλημέρα Μήτσο.'' απαντάει ο Μηνάς
- ''Η κυρα μου έδωσε να σου φέρω ζυμωτό ψωμί.''
- ''Να ναι καλά..''. Πηγαίνει στη ξεχαρβαλωμένη εξώπορτα, παίρνει το ψωμί και λέει στο Μήτσο.
- ''Λέω να βγω καμιά βόλτα... πέρνα στο κατέβασμα τ΄ απόγευμα να πιούμε κανα κρασί.''
- ''Έγινε Μηνα. Θα περάσω τ' απόγευμα. Ααα ξέχασα να σου πω
τώρα που ανέβαινα είδα ένα λαγό στο δρόμο.''
- ''Καλά που το πες, θα πάω μπας και τον έβρω. Έχω σκοπό να κατέβω στη πόλη μια από αυτές τις μέρες,Θα μπορέσεις να δίνεις λίγο νερό και φαΐ στα σκυλιά?''
-''Αφού ξέρεις, οπότε λείπεις εγώ στα προσέχω, δεν θέλει ρώτημα. Μείνε ήσυχος.''
-''Να σαι καλά.'' Λέει ο  Μηνάς.




Φεύγει ο Μήτσος, γυρνάει ο Μηνάς με το καρβέλι στο χέρι.
Μπαίνει στη καλύβα, το ακουμπάει στο τραπέζι και βγαίνοντας παίρνει τη παλιά 
δερμάτινη τσάντα με τα λιγοστά φυσέκια, και κρεμάει το δίκαννο στον ώμο.
Τα σκυλιά κλαψουρίζουν από χαρά.
Στο άνοιγμα της εξώπορτας τα σκυλιά παίρνουν το κατήφορο. 
Τα γόνατα του πιασμένα προσπαθούν να ανταποκριθούν στον κατηφορικό χωματόδρομο.
Το μυαλό του άδειο. Μονο αυτό που βιώνει τώρα νιώθει.
Χρώματα Φθινοπώρου γεμίζουν το τοπίο.Ο ήλιος ίσα που περνάει τα κίτρινα
φυλλώματα.
Ο κρύος πρωινός αέρας φάρμακο για τα γέρικα του πνευμόνια.
Η ομορφιά που νιώθει τον πονάει. Ο λόγος που απαρνήθηκε τις ανέσεις 
στη πόλη, που γι' αυτόν ήταν φυλακή.
Τα σκυλιά χαμένα..Με το μυαλό του τρέχει μαζί τους, στα ξερά φύλλα, 
στα ρυάκια με το κρύο νερό...σα να βλέπει τις μυτερές μουσούδες να μυρίζουν
κάθε μονοπάτι, κάθε πεσμένο φύλλο...
Στην απέναντι πλαγιά ο Μήτσος έχει βγάλει το κοπάδι.
Τα κουδούνια τους γεμίζουν τη φύση με ήχους σαν σε Λαμπρή.
Μόλις βγαίνει από τη σκιά των δένδρων, ο καθάριος ήλιος τον λούζει
με φως και κάνει τα θολά του μάτια να κλείνουν.
Νιώθει τη ζεστασιά στο ρυτιδωμένο πρόσωπο.
-''Τι μέρα είναι σήμερα''? Σκέφτεται...τι σημασία έχει.. 
πλέον ο χρόνος μετριέται με εποχές.

Το κλαφουνισμα των σκυλιών ξεσηκώνουν το δάσος. Μελωδία στα γέρικα αυτιά του.
Η δίωξη έχει αρχίσει αλλά κάτω από αυτόν και μπροστά του.
Τον τόπο τον ξέρει σα τη παλάμη του. Είναι σίγουρος ότι και να είναι, θα βγει στο
δρόμο άλλα  πρέπει να είναι κοντά. Ανοίγει το βήμα του προσπαθώντας
να βρεθεί κοντύτερα στο σημείο που σκυλιά και θήραμα θα περάσουν το δρόμο..
Αλλά αντί αυτού τα σκυλιά συνεχίζουν παράλληλα και κάτω από το δρόμο.
Δεν τα προλαβαίνει... σίγουρα ότι και να είναι θα κάνει το γύρο προς τη πίσω
μεριά του βουνού. Αντί να ακολουθήσει το κατηφορικό δρόμο 
μαζεύει τις δυνάμεις του και αποφασίζει να ανεβεί κάθετα το 
βουνό για να βγει μπροστά στο θήραμα και τα σκυλιά. 
Δέκα λεπτά ανάβασης και νιώθει τα πνευμόνια του να καίνε, τη καρδιά να εκραγεί... έρμα μου νιάτα. Ο ιδρώτας ποτάμι.
Παλεύει να πάρει ανάσα, να βρει η καρδιά το ρυθμό της.
Πέντε λεπτά και ακούει τα σκυλιά να έρχονται χαμηλότερα προς αυτόν.
Ενώ όλα δείχνουν ότι τον πλησιάζουν, ξαφνικά κόλλησαν σε ένα σημείο μέσα στο δάσος.
Δεν βγαίνουν στο ανοιχτό. Λες και μπλοκάρισαν το θήραμα.
Βιαστικά και απρόσεχτα αρχίζει να κατηφορίζει για να βρεθεί κοντά στα σκυλιά που έχουν λυσσαξει στο γάβγισμα.
-''τι να ναι αυτό που κόλλησε τα σκυλιά ?'' σκέφτεται...
Περνάει μέσα από πυκνή κόκκινη φτέρη σκοντάφτοντας αρκετές φορές.
Τρώει χαστούκια από τη ψηλή φτέρη αλλά συνεχίζει με όση δύναμη έχει.
Καταφέρνει να φτάσει στις παρυφές του δάσους με τις οξιές.
Με το που μπαίνει ακούει τα σκυλιά δυνατότερα αλλά ακόμη δεν τα βλέπει.
Πέφτει σ'ενα μονοπάτι που είναι γεμάτο φρέσκα ίχνη αγριόχοιρου.
-''Λες να στρίμωξαν γουρούνι?'' μονολογεί λαχανιασμένος.
Προσπαθεί να θυμηθεί αν έχει στη τσάντα δράμια.
Είναι  καθαρό και πάει γρηγορότερα προς τη κατεύθυνση που ακούγονται τα σκυλιά.
Βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, περνώντας από ένα στένωμα μεταξύ δυο δένδρων, 
σκοντάφτει και ο ήχος τουφεκιάς τον βρίσκει με τα μούτρα στα ξερά φύλλα και το μαλακό χώμα. Τα αυτιά του βουίζουν και για δευτερόλεπτα δεν μπορεί να κουνηθεί.
Τα ματιά του, το στόμα του είναι γεμάτα με χώμα και ξερά φύλλα.
Στα αυτιά του έχει δυνατό βούισμα και τα χέρια του πονάνε.
Τα σκυλιά σταματήσαν το γάβγισμα. Γυρίζει ανάσκελα και το όπλο του, τον πονάει τη πλάτη όπως το ειχε χιαστή.
Στα μάτια του δάκρυα, βλέπει θολά τον γαλάζιο ουρανό 
ανάμεσα από τις κορφές της οξιάς.
Σηκώνει τα χέρια και καθαρίζει όσο μπορεί τα μάτια του.
Από πάνω του στέκεται η Ρένα το νεώτερο από τα δυο σκυλιά κοιτάζοντας με απορία τον σύντροφο που είναι κατάχαμα.
Προσπαθεί να του γλείψει το πρόσωπο και αυτός τη διώχνει με τα χεριά.
Ένας αμβλύς πόνος από το δεξί του πόδι του φέρνει βογγητά.
Στηρίζεται στους αγκώνες και κοιτάει τα πόδια του.
Το δεξί του πόδι στέκεται αφύσικα γυρισμένο προς τα έξω και ένας 
λεκές από αίμα κάνει την εμφάνιση του στο παλιό σκισμένο παντελόνι.
Προσπαθεί να το κουνήσει μα ο πόνος του φέρνει ζάλη. 
Κοιτά γύρω και βλέπει στη μια από τις δυο οξιές που πέρασε ανάμεσα τρέχοντας, 
κοντά στη ρίζα, δεμένο με σύρμα ένα παλιό δίκαννο με κομμένες κάννες.
Στις σκανδάλες έχει δεμένη χοντρή πετονιά η όποια περνάει 
πίσω από τον υποφυλαχτηρα και η άλλη άκρη της είναι δεμένη στην απέναντι οξιά.

-''Εκεί σκόνταψα! Καταραμένοι λαθροθήρες!''
Βογκώντας και βρίζοντας, σέρνοντας καταφέρνει να ακουμπήσει 
τη πλάτη του στη ρίζα της οξιάς. Η Λίζα που όλη αυτή τη ώρα κρατούσε 
απόσταση ασφαλείας, πλησιάζει και τεντώνοντας το λαιμό της 
μυρίζει το αίμα στο πόδι του.
Μόνο που αυτό δεν είναι από θήραμα. Με απορία κοιτά τον σύντροφο που
είναι τώρα πληγωμένο αγρίμι στη ρίζα της οξιάς.
Οι βαθιές ρυτίδες έχουν γεμίσει με δάκρυα από τον πόνο.
Προσπαθεί να φωνάξει βοήθεια αλλά ο καταραμένος βήχας που τον ταλαιπωρεί
τα τελευταία χρόνια τον πνίγει.
Βγάζει το σουγιά και κόβει το ήδη σκισμένο μπατζάκι.
Είναι χειρότερο από ότι νιώθει. Η τουφεκιά από το κομμένο δίκαννο του σακάτεψε το πόδι.
Το κόκκαλο έχει σπάσει στη γάμπα και έχει τρυπήσει το δέρμα με αποτέλεσμα το αίμα να τρέχει ποτάμι στα κίτρινα φύλλα.
Η αυτοσχέδια παγίδα βρήκε αυτόν αντί το αγριογούρουνο που θα περνούσε από εκεί.
Λύνει το λουρί του όπλου και δένει το πόδι του πάνω από το γόνατο 
σε μια προσπάθεια να σταματήσει την αιμορραγία.
Στηρίζοντας το σώμα του στο όπλο προσπαθεί να σηκωθεί όρθιος.
Μόλις τα καταφέρνει μαυρίζει ο κόσμος γύρω του και πέφτει λιπόθυμος.

Σουρούπωσε.. ανοίγοντας τα μάτια νιώθει τα σκυλιά να έχουν κουρνιάσει
κολλητά πάνω του. Κρύος αέρας φυσά. Το πόδι του πονάει αλλά όχι όπως πριν.
Γύρω του αίμα και χώμα έχει γίνει λάσπη. Προσπαθεί να κινηθεί αλλά 
όλο το σώμα του είναι μουδιασμένο. Έχει ριζώσει.
Σηκώνει το χέρι και χαϊδεύει το κεφάλι της Λιζας που είναι 
ακουμπισμένο στο στομάχι του.Τα καστανά της μάτια μοιάζουν βουρκωμένα.
Σκέφτεται ότι ο Μήτσος θα περνάει τώρα από τη καλύβα.
Βάζει το χέρι στη δερμάτινη τσάντα και βρίσκει τρία φυσέκια. 
Γεμίζει το όπλο και ρίχνει δυο τουφεκιές στον αέρα.
Αστραπές από αναμνήσεις περνάν μπρος από τα μάτια του.
Τη συχωρεμένη τη μάνα του, να τον περιμένει στο κατώφλι του πατρικού του,
τον πρώτο έρωτα που άφησε πίσω γιατί δεν άντεχε το ρίζωμα,
τα πρώτα κυνήγια με το συχωρεμένο πατέρα του,
ο πρώτος σκύλος, τα ταξίδια του... Αυτά που δεν έκανε ποτέ...
Μπερδεμένες αναμνήσεις από την ταινία της ζωής .
Το στόμα του έχει στεγνώσει. Σκοτείνιασε. Το δάσος έχει άλλη όψη τώρα. 
Αλλόκοτη. Ακόμα και τώρα που το σώμα του έχει στεγνώσει από αίμα, 
δεν νιώθει ξένος σ' αυτό το περιβάλλον. Οι οξιές, σκούρες φιγούρες 
λικνίζονται στον αέρα σα μαύρες χορεύτριες.
-''Το πρωί όταν ο Μήτσος δεν θα με δει στη καλύβα σίγουρα 
θα ψάξει να με βρει''. Σκέφτεται
Ένα ρίγος περνάει τη ραχοκοκαλιά. Μια σκέψη σκίζει το μυαλό του 
και κάνει την άδεια από αίμα καρδιά να πονέσει.
-''Και αν με βρουν τι?
"Δεν θα μπορέσω ποτέ να ξαναγυρίσω στη καλύβα μου. Θα περάσω κάποιο χρόνο
στο νοσοκομείο, έτσι που είναι σακατεμένο το πόδι μου ίσως να 
μη μπορέσω να περπατήσω ξανά..."
"Και η καλύβα? Τα σκυλιά?... Θα είμαι ένας άχρηστος.. Δεν θα μπορέσω
να γυρίσω ξανά στο βουνό μου... Όχι... Τέτοια ζωή δεν τη θέλω!''
Ψαχουλεύει με όση δύναμη του έχει απομείνει στα φύλλα 
και βρίσκει το τρίτο φυσέκι.
Γεμίζει το όπλο και χωρίς δισταγμό βάζει το όπλο κάτω από το σαγόνι του.
Το γερασμένο χέρι χαϊδεύει τις κρύες κάννες από το παλιό 
δίκαννο που τον συντρόφευε όλα αυτά τα χρόνια, τον ξυστό,
τα σκαλίσματα και περνάει τον αντίχειρα στη σκανδάλη...

Ο Μήτσος πέρασε όπως είχαν συμφωνήσει στο σουρούπωμα 
όταν τελείωσε με το κoπάδι, αλλά βρήκε τη καλύβα άδεια.
Υπέθεσε ότι κάπου εκεί γύρω θα είναι ο Μηνάς, τον περίμενε δέκα λεπτά 
και άκουσε δυο τουφεκιές.
-''Ρε τον τρελό! Πάλι το μπελά του ψάχνει με τους λαθροθήρες''. Μουρμούρισε
μπήκε ξανά στο φορτηγάκι και έφυγε. Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά...
Το επόμενο πρωί η Ρένα, το νεώτερο από τα σκυλιά του έλειπε από διπλά του.
Η πείνα έκανε το ζώο να γυρίσει στη καλύβα.
Τη βρήκε ο Μήτσος, στο ανέβασμα για το μαντρί να περιμένει το αφεντικό της που δεν επρόκειτο να γυρίσει ξανά, έξω από το φράχτη της καλύβας.
Αμέσως κατάλαβε ότι κάτι συνέβει. Φώναξε δυο τρεις φορές το όνομα του,
αλλά χωρίς απάντηση.
Έβαλε το σκυλί στο παλιό φορτηγάκι το πήγε στο μαντρί, του έδωσε νερό και το έδεσε σε μια γωνιά. Μετά κατέβηκε στο χωριό και ειδοποίησε 
ώστε να βγουν να ψάξουν το γερο.
Δυο ώρες μετά, είκοσι νοματαίοι έψαχναν το βουνό.
Βρήκαν το άψυχο κορμί στη ρίζα της οξιάς, με τη Λίζα κουλουριασμένη 
πλάι του, να προσπαθεί δείχνοντας τα δόντια της, με πνιχτά αδύναμα γαβγίσματα να προστατέυει το κουφάρι.
Με το ζόρι κατάφεραν να την ξεκολλήσουν από το άψυχο κορμί. 
Όταν κατέβασαν το σώμα στο χωριό και το τοποθέτησαν σε χώρο της εκκλησίας, όλο το βράδυ ο σκύλος που ήταν δεμένος απέξω, ούρλιαζε.
Ο παπάς γνωρίζοντας την αγάπη που είχαν ο γερο Μηνάς με τα σκυλιά του,
την έλυσε και εκείνη πήγε και κουρνιασε ξανά κάτω από τη κάσα του γέρου.
Το νερό και τα κομμάτια αντίδωρο που της έφεραν ούτε τ' άγγιξε.
Περίμενε καρτερικά πότε θα σηκωθεί ο γέρος, να γυρίσουν στη καλύβα τους...

Την επομένη στη κηδεία, οι λίγοι γνωστοί από το χωριό, ο φίλος του ο Μήτσος,
αποχαιρετούσαν τον ξένο στο τελευταίο του ταξίδι. Ο Μήτσος του έβαλε το παλιό
δίκαννο, στη κάσα.
-''Αντίο φίλε. Καλά κυνήγια'' μουρμούρησε βουρκωμένος.
Όλο αυτό το διάστημα το γέρικο γκεκικο δεν άφησε στιγμή τον σύντροφο της.
Απορημένη με σηκωμένα αυτιά περίμενε τον γέρο να σηκωθεί.
Όταν τελείωσε η τελετή, ο Μήτσος έψαξε να τη βρει αλλά μάταια.
Είχε εξαφανιστεί. Κι αυτή σα το γερο της, ελεύθερη. Κάποιοι είπαν
ότι άκουγαν τα κλαφουνισματα της να αντιλαλούν στο βουνό του γέρο Μηνά...


Σε μια αναζήτηση καινούργιου κυνηγότοπου, του δικού μου ''παράδεισου''βρέθηκα να ανεβαίνω ένα κακό, νεροφαγωμενο χωματόδρομο μέσα σε ένα δάσος από γέρικες οξιές. Σε μια στροφή αναγκάστηκα να σταματήσω επειδή ένα άσπρο παλιό φορτηγάκι έκλεινε το δρόμο.
Κατέβηκα από τ' αυτοκίνητο με την ευκαιρία να ρωτήσω για το που βγάζει 
ο δρόμος, και να μαζέψω πληροφορίες για το κυνήγι στη περιοχή
Είδα ένα γεροντάκι που μου συστήθηκε σα Μήτσος, έξω από 
το φράχτη μιας μισογκρεμισμένης καλύβας να γεμίζει νερό ένα παλιό αλουμινένιο κατσαρολάκι. Πλάι είχε αφήσει και μισό 
καρβέλι ξερό ψωμί.
Ρίχνοντας μια ματιά γύρω δεν είδα κάποιο ζωντανό, οπότε τον ρώτησα 
γιατί το κάνει. Μου είπε:
''Έχω υποσχεθεί στο φίλο μου τον Μηνά να του προσέχω τα σκυλιά όσο θα λείπει. Αν πράγματι είσαι κυνηγός όπως λες, σίγουρα θα ακούσεις τη Λιζα να κυνηγάει σ'αυτο το βουνό.''

Αφιερωμένο σε όλους τους Ελεύθερους Κυνηγούς.


Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...