23 May 2012

Μια ''σύντομη'' βόλτα.




Κυριακή μεσημέρι.Έχουμε τελειώσει το μεσημεριανό φαγητό.Η σύζυγος έχει πάει να ξεκουραστεί,τα παιδιά στα δωμάτια τους, και εγώ να τρώγομαι με τα ρούχα μου.Μια βδομάδα τώρα στο μυαλό  τριγυρνά οι πληροφορία ότι σε ένα άγνωστο για μένα μέρος, αλλά σχετικά κοντά, πέσαν μπεκάτσες.Νοέμβρης.Όχι όμως με βροχές και κρύο όπως άλλες
χρονιές με αποτέλεσμα να έχουν μείνει τα πουλιά στα βόρεια και κάθε πληροφορία να είναι προς αμφισβήτηση.Από μέρα σε μέρα να τα περιμένουμε.

Κρεμασμένος στα χείλη του μετεωρολόγου κάθε βράδυ να περιμένω τα χαρμόσυνα νέα για το χαμηλό που θα τα σπρώξει στην Ελλάδα.Δεν θέλω και πολύ,αλλάζω ,ρίχνω μια ματιά στην οικογένεια και βλέπω ότι όλοι κοιμούνται.
''Δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς δεν θα αργήσω πολύ.Μέχρι να ξυπνήσουν θα έχω γυρίσει.''
Η ώρα είναι 1:30.Μέχρι τις 6:00 που σκοτεινιάζει θα βρω το μέρος και θα πάω την ερχόμενη Κυριακή από το πρωί.Αν έχει πουλιά.Κρύο δεν έχει άλλα για καλό και για κακό ας πάρω και το σκούφο με τα γάντια.Στη τσάντα έχω όλα τα απαραίτητα οπότε φορτώνω το σκύλο και φύγαμε.1,5 ώρα δρόμος μέχρι εκεί σίγουρα είναι.Παίρνω το χάρτη βρίσκω το σημείο αλλά δεν βλέπω δρόμοταν φθάνω στη διασταύρωση που μου είχαν πει, βλέπω ότι δεν έχει δρόμο αλλά ένα φαρδύ μονοπάτι, ανηφορικό, που δείχνει ότι οδηγεί στη πίσω μεριά του βουνού. Πιθανόν από τα μουλάρια που κατεβάζουν το καλοκαίρι ξυλεία.Το μέρος δεν το ξέρω οπότε επιφυλακτικά στρίβω και βάζοντας το 4χ4 προχωρώ αργά.Οι οξιές έχουν ρίξει τα φύλλα τους δημιουργώντας τοπία που σε προδιαθέτουν ότι πράγματι αυτό το δύσκολο μέρος θα πρέπει να έχει πουλιά.Φτέρες παντού με  ανοίγματα ενδιάμεσα τους, καθαρά.Πέρασαν δυο ώρες από την ώρα που ξεκίνησα και προσπαθώ να βρω το σημείο που θα μου κάνει ''κλικ''.Κινούμε σε μια πλαγιά με κλήση, χωρίς δρόμο, πολύ αργά,προσπαθώντας να ξεχωρίσω αν υπάρχει κάπου δρόμος, και συγχρόνως κάποιο σημείο που να υπόσχεται κάτι.Το δάσος πυκνό και ίσα που ξεχωρίζω τον ορίζοντα.Είμαι αρκετά ψηλά,έχοντας απέναντι μου μια άλλη πλαγιά το ίδιο πυκνή όπως αυτή που είμαι.Η κλήση τώρα κάπως μειώθηκε και εκεί που ενώνονται οι δύο πλαγιές δείχνει να έχει άλλη βλάστηση.Πιθανόν κάποιο ρυάκι να τρέχει εκεί.

Σταματώ το αυτοκίνητο ανάμεσα από δυο βατιές και αφήνω το σκύλο.Ο ήλιος ήδη πίσω από το βουνό με ειδοποιεί ότι είμαι ανατολικά και η πλαγιά που βρίσκομαι είναι βορινήΓεμίζω το όπλο και κατευθύνομαι προς το ρέμα που έχω εντοπίσειΗ ώρα
3:15.Η θερμοκρασία γύρω στους 15' βαθμούς.''Τσάμπα πήρα βαρύ μπουφάν''
Δεν φορώ σκούφο και γάντια, αλλά τα αφήνω στη τσάντα και ξεκινώ. Έχω καθαρές δυο ωρίτσες να τσεκάρω το μέροςΗ πρώτη φέρμα έρχεται μόλις έφθασε ο σκύλος στο ρέμαΕύκολο πουλί το παίρνω αβίαστα, δίνοντας μου ελπίδες ότι υπάρχουν και άλλαΜετά από 50 μέτρα έρχεται και η δεύτερη φέρμα σηκώνοντας δυο πουλιά μαζί, και καταφέρνω να πάρω το ένα.Κινούμε κατηφορικά πλάι στο ρέμα.Το πουλί που ξέφυγε ακολούθησε αυτή τη πορεία. Άλλα 70 μέτρα και το σκυλί ξανά στη φέρμα σε πυκνό και δύσβατο σημείο.Διπλό σήκωμα προς αντίθετες κατευθύνσεις και καταφέρνω να κρατήσω το ένα πουλί.
''Τι γίνετε εδώ''σκέφτομαι 
''είχαν δίκιο, ούτε σε μια ώρα σήκωσα πέντε πουλιά''.
Συνεχίζω κατηφορικά με τον ίδιο ρυθμό.Κάθε 70-100 μέτρα έχω φέρμα.Ο σκύλος σαστισμένος δεν ξέρει που να πρωτοφερμάρει.Κάποια στιγμή βάζω το χέρι στη τσάντα να βγάλω φυσέκι. και πιάνω μόνο άδειους κάλυκες! δεκαπέντε φισέκια έριξα και τραβάω μπροστά τη πουλιάστρα να μετρήσω τα πουλιά.Έντεκα μπεκάτσες που τώρα που το σκέφτομαι,αρκετά εύκολα.Κοιτώ το ρολόι και βλέπω 5 50.Κρύος ίδρωτας με λούζει.Κοιτώ προς τα πάνω και βλέπω το βουνό που υποτίθεται κατέβηκα να ορθώνεται σα γίγαντας πάνω από το κεφάλι μου.Σουρουπώνει, σε λίγο θα σκοτεινιάσει και εγώ καλά καλά δεν ξέρω που είμαι.Με παρέσυραν οι φέρμες και ξεχάστηκα.Αριστερά μου έχω πλαγιά αλλά και δεξιά μου.Θα ακολουθήσω το ρέμα προς τα πάνω και θα βγώ στη πλαγιά που άφησα το αυτοκίνητο.Στα δέκα λεπτά που περπατώ ήδη πυκνό σκοτάδι έχει πέσει παντού.Στο κάπως ανοιχτόχρωμο ουρανό διακρίνω μπεκάτσες που κατεβαίνουν για τον κάμπο.Κοιτάζω το κινητό και βλέπω σήμα μηδέν.Αυτό μου έλειπε τώρα.Συνεχίζω να ανηφορίζω υπολογίζοντας ότι αν έκανα να κατέβω 2 ώρες θέλω άλλο τόσο για να ανέβω.Αμ δε! η κούραση δεν αφήνει να πάω γρηγορότεραΟ σκύλος περπατά στο πλάι μου και αυτός φανερά κουρασμένος.Οι κρεμασμένες μπεκάτσες στη πουλιάστρα έγιναν ασήκωτεςΣτη τσάντα βρίσκω το μικρό φακουδάκι.
''Ελπίζω να έχει μπαταρίες'' τον ανάβω και περπατώ παράλληλα στο ρέμα.Υποτίθεται.Όλα τα δένδρα ΄όλοι οι θάμνοι και τα δένδρα στο σκοτάδι είναι ίδια.Περισσότερο με το ένστικτο παρά με τα μάτια ανεβαίνω ελπίζοντας να πέσω πάνω στ' αυτοκίνητο.Κάθε 5 λεπτά ελέγχω το κινητό για σήμα αλλά μάταια.Η χαράδρα που είμαι είναι βαθιά και στις κορυφές δεν πρόσεξα κάποια κεραία.
''Σίγουρα από το σπίτι Θα ανησυχούν...θα έχουν ''σπάσει'' τα τηλέφωνα.
...2,5 ώρες πέρασαν και αυτοκίνητο δεν είδα...''το προσπέρασα''?
Σταματώ βγάζω το παγούρι με το νερό.Δίνω λίγο στο σκυλί και πίνω και εγώ.Παγωμένο το αλουμίνιο στα χέρια μου.Από το βορρά ένα παγωμένο αεράκι μου παγώνει τα αυτιά.Φοράω το σκούφο και τα γάντια που ευτυχώς πήρα τελικά.Κουμπώνω το μπουφάν μέχρι το λαιμό και νιώθω το κρύο εντονότερο τώρα που σταμάτησα.Γράφω ένα μήνυμα στο κινητό που συνεχίζει να είναι εκτός σήματος, με την ελπίδα να σταλεί μόλις πιάσει.           

''ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ ΘΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΩ ΛΙΓΟ''

Σε μια προσπάθεια να βρώ το αυτοκίνητο, ξαναγυρνώ πίσω.Η ώρα 9:15.Κρυώνω, άρχισα να νιώθω τα πόδια μου ότι δεν με βαστούν.Βρίσκω ένα βράχο γύρω στα δύο μέτρα ύψος.
''Από εδώ δεν πέρασα'' Κάθομαι να ξεκουραστώ και ο  σκύλος έρχεται και κουλουριάζετε διπλα μου.Ανάβω ένα  τσιγάρο και καταλαβαίνω το  βοριαδάκι στο ακάλυπτο μου πρόσωπο.
''Σήμερα θα έχει πάλι μπάσιμο''......... ''Μα πόσο άρρωστος  μπορεί να είμαιΈχω χαθεί στην ερημιά και  σκέφτομαι τα  πουλιά''!! Ξεκρεμώ τη τσάντα, αφήνω το όπλο στο πλάι. Χωρίς να σηκωθώ μαζεύω μερικά χαμόκλαδα και ξερά φύλλα, κάνω μια μικρή στοίβα ακριβώς μπροστά μου και ανάβω το αναπτήρα. Μια μικρή φλόγα ξεπηδάει από το σωρό, μαζί με άφθονο καπνό στην αρχή, φέρνοντας τσούξιμο στα μάτια.Σε λίγο ζωηρή φωτιά, χορεύει στο χάδι του αέρα. Σηκώνομαι, και μαζεύω τριγύρω ότι ξερό υπάρχει.Τα σπάω και τα ρίχνω στη νηστική φωτιά.Κάθομαι ξανά, ακουμπώντας τη πλάτη μου στον κρύο βράχο. Γύρω μου δεν βλέπω τίποτα πέρα από δέκα μέτρα. Η φωτιά κάνει τα γυμνά δένδρα να χορεύουν σα ζωντανά. Κρυώνω και νιώθω τα μάτια μου βαριά. Το σκυλί ακουμπάει το κεφάλι του στο πόδι μου και εγώ βάζω το χέρι μου και χαϊδεύω τα απαλά αυτιά του.''Να μείνω να ξεκουραστώ καμία ώρα και μετά να ψάξω ξανά για το αυτοκίνητο"...
 ...Με βλέπω να σηκώνομαι και να περιπλανιέμαι μέσα στο δάσος. Εχω μακριά γένια και μαλλιά.Δείχνω κουρασμένος, γερασμένος.Ο σκύλος δίπλα μου το ίδιο. Παραπατάει.Το όπλο στα χέρια μου σκουριασμένο.Είμαι μπροστά σε ένα ψηλό πυκνό Θάμνο.Από πίσω διακρίνω μια λάμψη.Έντονη...

Ξυπνάω.Στα μάτια μου είναι η λάμψη.Ακόμα ονειρεύομαι?Στα πόδια μου η φωτιά είναι κάρβουνο.Ξημέρωσε..αλλά η λάμψη συνεχίζει να με ενοχλεί.Κάνω μια προσπάθεια να σηκωθώ αλλά είμαι πιασμένος και παγωμένος.Πονάνε τα γόνατα μου.Τα ακούω να τρίζουν.Βάζω το χέρι στα μάτια και κοιτώ προς τη λάμψη.Ο ήλιος αντανακλά στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου... 

+Κοινός Θνητός 

                                                                                                                                        

Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...