25 May 2012

Ordinary Mortal: Εκπαιδευτικό Κυνηγιού Απρίλιος 2012


Δεν νομίζω να υπάρχει μεγαλύτερη έκρηξη ανιδιοτελούς αγάπης από αυτή
που δείχνει ο σκύλος στο αφεντικό του όταν τον βλέπει μετά από καιρό.
Πόσες φορές το έχω ζήσει και πάλι μου φέρνει έναν κόμπο στο λαιμό.
Βράδυ έφθασα και μέσα στο σκοτάδι με κατάλαβαν και έκαναν σαν δαιμονισμένα προσπαθώντας να πηδήξουν πάνω από την ενός και μισό μετρό πόρτα....






Τα κλάματα τους ξεσήκωσαν τη γειτονιά έντεκα η ώρα το βράδυ.
Τις χάιδεψα και τις δυο και κάπως πιο ήσυχες γύρισαν στα σπιτάκια τους.
Πέντε μήνες πέρασαν και ήδη το μικρό επανιέλ δείχνει αρκετά μεγαλύτερο και ας είναι μόλις δέκα μηνών. Σίγουρα πρέπει να αρχίσει να έχει επαφές με άγριο θήραμα.Η μάνα στη πόρτα περιμένει την αγκαλιά μου και να με καλωσορίσει. Μουρμουράει που πρώτα πάω στα σκυλιά και μετά σε εκείνη.Με τα καλωσορίσματα πιάσαμε την Ανάσταση και δεν καταλάβαμε πότε. Στη κοντινή εκκλησία οι καμπάνες χτυπούν τα σκυλιά ουρλιάζουν από το θόρυβο των λίγων βεγγαλικών....
Χριστός Ανέστη .
Τίποτε δεν είναι ίδιο πια. Όλα χάθηκαν μεταξύ οικονομικής κρίσης, μνημονίων,
επικείμενων εκλογών. Ρε παιδιά εγώ Πάσχα ήρθα να κάνω...
Ποιο Πάσχα....
Πάει η Ανάσταση με τη λαμπάδα στο χέρι,τα υπερβολικά φιλιά και οι ευχές με άτομα που μόνο εκείνη τη μέρα έβλεπες ,το τσούγκρισμα των αυγών,η μυρωδιά του μπαρουτιού από τα πυροτεχνήματα, η καθυστερημένη μαγειρίτσα....όλα πλέον έχουν να κάνουν με τη κρίση στην Ελλάδα. Ξημερώνει Πάσχα.
Ο πρωινός ήλιος με χτυπάει κατευθείαν στο πρόσωπο κόβοντας κάθε ευκαιρία
για λίγο παραπάνω ύπνο.Ακόμα είμαι χαμένος από την διάφορα της ώρας.
Σηκώνομαι από το κρεβάτι και ανοίγω το παλιό μπαούλο που ξέρω ότι θα βρω μέσα όλα τα ρούχα που χρησιμοποιώ για το κυνήγι.
Πράγματι...όλα μέσα σιδερωμένα και τακτοποιημένα με περιμένουν.
Κατεβαίνοντας τη σκάλα η μάνα βλέπει τι φοράω και αγριεμένη μου λέει:
-Καλά σήμερα Πάσχα...στα βουνά θα τρέχεις?
-Γιατί έχεις τίποτα καλύτερο να κάνω;


Με το καφέ στο χέρι βγαίνω έξω από το σπίτι.
Ο ουρανός βαθύ γαλάζιο με αραιά σύννεφα σα μπαμπάκι που και που.
Προσπαθώ να μυρίσω την άνοιξη αλλά φέτος καθυστέρησε. Που είναι η μυρωδιές από τα κάρβουνα, από τα σουβλιστά,οι μουσικές των λαϊκών και δημοτικών από τις εφτά το πρωί;
Κάθομαι στο τραπέζι κάτω από την αγράμπελη που προσπαθεί να σκάσει τα φύλλα της κόντρα σε ένα κρύο για την εποχή καιρό.
Στρίβω ένα τσιγάρο και σκέφτομαι τη ζωή που πέρασα, τις πασχαλιές που έζησα.
Παιδάκι, έφηβος , πατέρας, μόνος.....





Δυο ζευγάρια μάτια με κοιτάνε πίσω από το πλέγμα.
Πως να αντισταθώ...ακούν τη σκέψη μου και τις πιάνει η τρέλα.
Τις βάζω στο αυτοκίνητο και οδηγώ για οπουδήποτε θα μπορέσω να βρεθώ ποιο
κοντά στη φύση, στην άνοιξη...
Ούτε δέκα λεπτά μπροστά μου κάμπος, χέρσο, μικρά λοφάκια.
Βγάζω τα σκυλιά και ξαμολιούνται να τρέχουν χωρίς σκοπό προς όλες τις
κατευθύνσεις.Από πίσω και εγώ με όπλο τη φωτογραφική...


















 






Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...