17 July 2012

¨Εγώ έφυγα γι’αλλού…¨ του Σωτήρη Δημηρόπουλου



O Ιούλιος είναι για τους πολλούς ο μήνας της θάλασσας, μα ο δικός μου νους τέτοιον καιρό σκαρφαλώνει πάλι σε βουνά. Το τοπίο της μνήμης γυρίζει πίσω να θυμηθεί τις διακοπές μου ως παιδί στο απόμερο χωριό του παππού, τις ατέλειωτες βόλτες με το άλογο στα δάση της βελανιδιάς. Ένας κόσμος αλλοτινός, μια εποχή που έχει φύγει τώρα πια, αλλά έχει στρογγυλοκαθίσει από χρόνια στις...
μνήμες μου.

Κι όσο φουντώνει η αγωνία για τα τρέχοντα, όσο οι ειδήσεις σκορπάν τρόμο και αγωνία για το αύριο, τόσο πιο πολύ φουντώνει η επιθυμία της επιστροφής στη γη του γκέκα, των αλόγων, της καστανιάς και της ζωής. Της πραγματικής ζωής!
Όταν σφίγγουν τα προβλήματα και συνωστίζονται στον νου τα «πρέπει» της άλλης μέρας, εγώ φεύγω. Είναι μια άσκηση του μυαλού και της καρδιάς, εκεί πάνω στον «λαχανιασμένο» μεσημεριάτικο ύπνο ή στη μεταμεσονύχτια αγρύπνια, που έρχονται τα προβλήματα να ζητήσουν τον «λογαριασμό» τους. Εκεί που ακούω τη σύζυγο να μιλάει για όλα αυτά που έπρεπε να γίνουν τα τελευταία τριάντα χρόνια, εγώ αρχίζω την απόδραση μου γι’ αλλού! Μια απόδραση που την έχω οργανώσει τέλεια, μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια: Θα ανεβώ το πρωί στο βουνό. Περνάω από το κατάστημα του προμηθευτή και αγοράζω καφέ, ζάχαρη, μακαρόνια, ρύζι, αλάτι, μπισκότα. Πολλή ζάχαρη για να κάνω μαρμελάδες, και μακαρόνια για να τα ανακατεύω στο τσουκάλι με τα κυνήγια. Έχει εκεί πάνω βατόμουρα, μήλα, άγρια αχλάδια, μούρα. Αυτή την εποχή, άνθρωποι και αρκούδες συναγωνίζονται ειρηνικά για τα ψηλά κλαδιά της μαύρης ζουμερής μουριάς (όνειρο είναι, ρε, ό,τι θέλω το κάνω). Και θα φορτωθώ 3 μεταλλικά κουτιά μπαρούτι, χάρτινους κάλυκες, καψύλλια και 5άρια σκάγια. Μόνο να μην ξεχάσω κι ένα τσουβάλι αλεύρι. Πίτες, ψωμιά και ονειρεμένες γεύσεις, βγαλμένες από τον φούρνο της αυλής, θα γεμίσουν ξανά το παλιό σπίτι δίπλα στο ποτάμι. Και μια αρμαθιά σκόρδα μαζί με μια αρμαθιά κρεμμύδια θα καλύψουν το τσουβάλι με τις προμήθειες στην καρότσα του αγροτικού. Ανεβαίνοντας προς το ποτάμι, εκεί στο πλατύ λιβάδι με τα γάργαρα νερά και τις σκόρπιες σβουνιές των αγελάδων, θα σταματήσω για να πάρω καρπούζια από τον μπαρμπα-Μήτσο. Εκείνα τα μικρά μαυροπράσινα με τη θεϊκή γεύση, που ξεδίψαγαν άλλοτε τους ξωμάχους και τους διαβάτες. Κι όταν θα φθάσω στο παλιό σπίτι, πρώτη δουλειά θα είναι να σκάψω τον ξεχασμένο κήπο, ακόμη και μέσα στο λιοπύρι! Να νιώσω τον ιδρώτα να μου καίει τα μάτια, δουλεύοντας ασταμάτητα μέσα στη συναυλία των κοτσυφιών, που τρομαγμένα από το γκαπ-γκουπ της τσάπας, θα πετάγονται σαν βολίδες από τους θάμνους της βατομουριάς. Θα χαιρετίσω τον γείτονα ξωμάχο, που ως είθισται με καλεί να μοιραστούμε στο μεσημεριάτικο ψωμοτύρι του κάτω από τον παχύ ίσκιο της καρυδιάς… Από κάπου μακριά θα ακούσω τη «συναυλία» του σκύλου μου, που έτσι, χωρίς πρόγραμμα, χάρτες και κανονισμούς, βρήκε τον χαλαρό ντορό του ξεχασμένου λαγού, και τον τρέχει προς το ποτάμι για να τον χάσει στα ρηχά κρυστάλλινα νερά του. Απομεσήμερο, ξάπλωσε κι ο σκύλος στον ίσκιο της ιτιάς, με τη γλώσσα μια πιθαμή έξω, να με κοιτάει απορημένο. Ένα αηδόνι ξεκινά το τραγούδι του, μετά ένα άλλο, και σε λίγο γεμίζει ο τόπος μελωδίες και ατέλειωτα «ρεφρέν» που ποτέ δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Κι όταν ο ήλιος αρχίσει να πέφτει, θα συνεχίζεται ακόμα ο χορός της τσάπας στο μαλακό χώμα, που θα φέρνει από βαθιά τη φρέσκια τη γης στο φως και στο οξυγόνο! Είναι ο έρωτας του ανθρώπου με το χώμα, ο έρωτας που γεννά τα γεννήματα των παππούδων. Ο ιδρώτας, η γης που ακούγεται να αναστενάζει στου λισγαριού το πάτημα, κι ο σπόρος που θα έρθει στο τέλος. Απόκαμα πια, με τη χαρά του σκαλισμένου μπαξέ να μου λυτρώνει την κούραση, και πήρα το μονοπάτι για το δάσος. Δίπλα, μισή ανάσα δρόμος, ξεκινούσαν τα χνάρια του κάπρου της περιοχής. Πιο κάτω, ακριβώς πάνω στην ψηλή στροφή, τα νύχια του βουνίσιου λαγού σημάδευαν με δύναμη το χώμα! Δίπλα ακριβώς τα «σημάδια» της πρωινής αλεπούς, που κοντοστάθηκε πονηρά στην μυρωδιά του αυτιά. Κοτσύφια χάνονταν πετώντας σαν μαύρες πέτρες ριγμένες από χέρι γίγαντα, για να τα ξαναβρώ λίγο παρακάτω. Μια όψιμη φωλιά πουλιών, λίγο ψηλότερα από το ανθρώπινο μπόι, έδειχνε φετινή μέσα στις χαραμάδες φωτός του ατέλειωτου πράσινου. Ένας σκαντζόχοιρος, μαζεμένος σε στάση «άσε με ήσυχο», περίμενε το πέρασμά μου στην άκρη του μονοπατιού. Και λίγο ψηλότερα, δυο χελώνες εμφανώς αδιάφορες συνέχιζαν το ερωτικό παιχνίδι τους. Μυρμήγκια πηγαινοέρχονταν στο μονοπάτι, μέλισσες βούιζαν από λουλούδι σε λουλούδι, και μικρά μοσχάρια χτυπούσαν -πότε το έμαθαν κιόλας- τις μύγες με την ουρά τους. Ξαπλωμένα στη δροσιά, με τη σιγουριά της μάνας τους, αντίκριζαν το πρώτο καλοκαίρι της ζωής τους. Και σηκώνονταν πότε πότε δυο μικρά αρσενικά, δήθεν να αναμετρηθούν και να «κουτρίσουν» τα κεφάλια τους (Θεέ μου, μου ήρθε ύστερα από πενήντα χρόνια αυτή η μαγική λέξη, που άκουγα κάθε μέρα μικρός εκεί ψηλά στα λιβάδια της Ροδόπης). Κι όταν ο ήλιος θα χαθεί στα βραδινά του λημέρια, μια σιωπή παραδεισένια θα σκεπάσει σιγά σιγά τα βουνά μου. Μια κουκουβάγια, ένας κούκος, ένα ζαρκάδι που ψάχνει το ταίρι του, σπάνε πού και πού την ομερτά της νύχτας. Πιο μετά θα ακολουθήσει η φωνή του Μάγκα, του σκύλου μου, που άκουσε ή νομίζει πως άκουσε τον κάπρο. Έχουν ραντεβού αυτοί οι δύο -κανονισμένο από καιρό στην ατζέντα τους- για τον Σεπτέμβρη! Κρατάνε όμως από τώρα επαφή, με τα SMS της μυρωδιάς και τις θύμησες των περσινών τσαμπουκάδων. Κι αν τύχει και έχει φεγγάρι, ξέρω ένα μέρος στον λόφο, όπου θα παραφυλάξω για να δω τον βουνίσιο αρσενικό αυτιά, που βγαίνει να συναντήσει το ταίρι του. Μέσα στα ψηλά αθέριστα χόρτα, θα φλερτάρει, θα παλέψει και θα ζευγαρώσει με όλη τη δύναμη του είναι του. Αυτό γίνεται εδώ και δεκαετίες, μου το είχε δείξει ο αδελφός της γιαγιάς μου, στις αρχές του 1960. Πέρασαν από τότε δεκάδες γενιές λαγών, το στέκι όμως είναι πάντα το ίδιο! Και δεν θα το πω πουθενά για την ώρα. Αυτή είναι η δική μου ομερτά με τη Ροδόπη και τα παχιά της φεγγάρια.
Υστερόγραφο εκμυστηρεύσεων.
Όλα τα καλοκαίρια, από τότε που άρχισαν να ασπρίζουν τα μουστάκια μου, δύο φιγούρες έρχονται κάθε βράδυ σχεδόν στα όνειρά μου. Η μία είναι ο Μπόζος, το βόδι μας εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Και η άλλη ο Τσάκος, ο πρώτος σκύλος μου όταν άρχισα να βγάζω χρήματα και λαγούς. Εγώ τους τοποθέτησα για πάντα στη θυρίδα που φυλάω όλα τα «πολύτιμα» της σκέψης μου! Το 1970, με την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή, απαθανάτισα τον Μπόζο στα λιβάδια της δυτικής Ροδόπης. Και τη μοιράζομαι σήμερα τη φωτογραφία μαζί σας, όπως και όλο το νοερό «σχέδιο» μιας απόδρασης στο βουνό μου.


Σωτήρης Δημηρόπουλος


Πηγή :Έθνος Κυνήγι

Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...