24 September 2012

Κυνηγετική Χρονιά 1928 1ο Κυνήγι !


Πηγή . ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΜΙΣΟΥ ΑΙΩΝΑ (1928-1978)           
Κώστα Ν. Παγκαλή
Περιπέτεια No 1.
http://www.gpeppas.gr 


Κατά τό κλείσιμο των σχολείων τό θέρος του 1928 φροντίσαμε μέ τά πενιχρά μας χαρτζιλίκια καί τή χρηματική συνδρομή φιλάθλων της γειτονιάς, ν' άναγνωρισθή επίσημα ό ποδοσφαιρικός μας Σύλλογος «ΑΣΤΡΑΠΗ». Έδώ κι ένα χρόνο πρό της αναγνώρισης υπήρξα ένα από τά ιδρυτικά μέλη κι αρχηγός της ομάδας παικτών σά κεντρικός κυνηγός.


Δύο αδέλφια φίλαθλοι Δημήτρης καί Νίκος Σμυρνιούδης (άνήψια τοΰ Ντουμένεου τό
κτήμα τού οποίου χρησιμοποιούσαμε γιά προπονήσεις) προσφέρθηκαν καί μας παραχώρησαν ένα δωμάτιο στό ισόγειο τοϋ σπιτιού τους γιά Γραφεία τού Συλλόγου. Σ' αυτό συγκεντρωνόμαστε σχεδόν καθημερινά παίκτες καί σύμβουλοι γιά τά ενδιαφέροντα τοΰ Συλλόγου.
Άπό τήν ενδεκάδα των παικτών ξεχωριστό φιλικό σύνδεσμο απόκτησα μέ τόν τερματοφύλακα Ζαννή Καράβα ένα χρόνο μεγαλύτερο μου καί τούτο γιατί υπήρξε ό μόνος πού εκτός άπό τή μπάλλα αγαπούσε παράλληλα καί τό κυνήγι.

Πρωτότοκος γυιός ευκατάστατου κάπως γιά τήν εποχή δερματέμπορου, είχε διακόψει τις σπουδές στή Μέση Εμπορική καί βοηθούσε στό μαγαζί τους τόν πατέρα του.
Σάν τεμπελάκος έγώ εξ αιτίας των διακοπών, τόν επισκεπτόμουνα καί κάθιζα στον μπάγκο τοΰ μαγαζιού τους. Στά μικρά διαλείμματα άπό έλλειψη πελατών, κουβεντιάζαμε τά ποδοσφαιρικά μας καί τά κυνηγετικά, αφού μετά ένα-δυό μήνες θ' άρχιζε τό κυνήγι.
Κάποια μέρα αρχές Αυγούστου μοΰ πρότεινε νά πάω στό σπίτι τους γιά νά γεμίσωμε άπό κοινού χαρτούτσα, σάν προετοιμασία γιά τήν έναρξη τοΰ κυνηγιού κατά τήν 15ην τού ίδιου μήνα.
Τό σπίτι τους πολύ πιό ευρύχωρο τοΰ δικού μας άπήχε γύρω στά 150 μέτρα ανατολικά. Στή μεγάλη τραπεζαρία τους στρωθήκαμε ένα βραδάκι γιά νά γεμίσωμε ό καθένας καμμιά τριανταριά μέ γερούς κόρπους καί χοντρά σκάγια, μιας καί σχεδιάζαμε φιλόδοξα νά έξορμησωμε γιά πέρδικες... στίς πλαγιές καί στους δρυμούς των ορεινών άπό τή δύση συγκροτημάτων Κορακάρη καί Πρόβατα.
Σάν παιδιά τά βλέπαμε αυτά τά βουνά άπό απόσταση καί λαχταρούσαμε νά τά καταλάβωμε... μέ τά όπλα μας καί νά τά νιώθωμε σάν ιδιοκτησία μας, μετά τήν επίσημη κυνηγετική αδεία πού θά μας έδιδαν οί 'Αρχές τοΰ Κράτους.

Νιώθεις πραγματικά μιά ιδιαίτερη ψυχική ευχαρίστηση σάν κυνηγός, όταν σκαρφαλώνεις τίς βουνοπλαγιές αντί τίς καμπίσιες τοποθεσίες. Τίς πρώτες τίς θεωρείς απατηλά σά κοινοκτημοσύνη τών κυνηγών καί τών βοσκών της περιοχής, ενώ γιά τίς δεύτερες γνωρίζεις, ότι ανήκουν σέ γεωργούς καί περιβολάριδες καί σοΰ στερούν τήν απόλυτη ελευθερία δράσης. Τό συναίσθημα αυτό νομίζω πώς τό νιώθουν όλοι οί κυνηγοί, όπως επίσης κι οί ορειβάτες, ιδίως όταν κατακτούν ΰστερ' άπό αγώνα καί κινδύνους δύσβατες κι απότομες κορυφογραμμές.

"Ετσι καθώς τό μελετούσαμε τή μεγαλοβδομάδα της Παναγιάς στά Γραφεία τοϋ συλλόγου μας «ΑΣΤΡΑΠΗ», έγώ κι ό φίλος μου Ζαννής, προσφέρθηκαν, όταν τό άκουσαν, νά μας συντροφιάσουν στην εξόρμηση δυό-τρεΐς φίλαθλοι χωρίς τουφέκια κι ένας ψευτοπαληκαράς της βορινής γειτονιάς ό Μανώλης Γιαμαλάκης ή Μάνταλος, τρία ή τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος μας με δίκανο τουφέκι, πού πρό τριετίας του έστειλε άπό τό εξωτερικό κάποια αδελφή του.
Μας παρίστανε τόν έμπειρο καί γνώστη γιά τά λημέρια πού προγραμματίζαμε νά πάμε, άφοϋ όπως μας είπε, τά κυνήγησε αρκετές φορές.
της Παναγιάς ή παρέα των έξι άπό τρεις κυνηγούς καί τρεις εθελοντές συνοδούς ξεκινήσαμε τήν αυγή γιά τά ψηλά βουνά.

Γιά τήν πορεία πού θ' ακολουθούσαμε μας έκανε τόν αρχηγό ό παραπάνω ψευτόμαγκας, πού γιά νά περνά ή κούραση κι ή ώρα μας διηγεϊτο στή διαδρομή ένα σωρό μπούρδες...
Περάσαμε τόν ξεροπόταμο «Παρθένη», πού άπήχε δυό περίπου χιλιόμετρα άπό τό σπίτι μας κι αρχίσαμε τίς ανηφοριές τοϋ Κορακάρη, ή ψηλότερη κορυφή τοϋ οποίου πρέπει νά πλησιάζει τά 400 μέτρα. "Ολο τό βουνό ήταν τήν εποχή εκείνη σπανό άπό δένδρα καί μόνο ένα μικρό του τμήμα δενδροφυτεύθηκε αργότερα μέ πευκάκια.
Στή ράχη του σχηματίζει μιά μεγάλη λεκάνη μέ τήν ονομασία Φερόλακκας. Πίσω του υπάρχει μιά μακρόστενη λαγκαδιά, πού αρχίζει άπό της Κόρης τό γεφύρι τοΰ Παρθένη καί καταλήγει σ' ένα άνοιγμα μέ έληόδενδρα κι αμυγδαλιές ονομαζόμενο Παφηλίδα. Αυτή ή περιοχή μου ήταν γνωστή πρίν άπό δυό χρόνια, πού μ' έπερνε μαζί του ό πατέρας μου τό Χειμώνα γιά κυνήγι μπεκάτσας καί τσίχλας.

Άφοΰ οργώσαμε τήν περιοχή του Φερόλακκα καί τίς πλαγιές τοΰ Κορακάρη επί δυό-τρεΐς ώρες χωρίς νά συναντήσωμε πουλί, κατηφορίσαμε γιά τή μεγάλη λαγκαδιά πού χωρίζει τά δυό παραπάνω βουνά. Σέ μιά άπό τίς πρώτες κορυφές του Πρόβατα καί γύρω άπό πανύψηλα πεύκα ορθώνεται μέ μεγαλοπρέπεια τό μοναστήρι τοϋ 'Αγίου Μάρκου. Έξ αιτίας της ζέστης τά παγούρια, μας είχαν εξαντληθεί κι αποφασίσαμε νά πάμε καταλάγκαδα, όπου κατά τόν αρχηγό μας υπήρχε άφθονο πηγαίο νερό. Καθώς κατεβαίναμε ό δρυμός ήταν ανώμαλος καί πυκνός άπό μυρτιές καί πικροδάφνες

Ή παρέα προς στιγμήν έξ αιτίας των πυκνών θάμνων σκόρπισε, αλλά είχαμε πρό ολίγου ορίσει τόπο συνάντησης κάποιο γεφύρι της λαγκαδιάς ορατό άπό τά πλάγια της κατηφοριάς. Έγώ βρέθηκα περνώντας τό ρεΰμα κάπου εκατό μέτρα δεξιά άπό τό γεφύρι κι άρχισα νά σκαρφαλώνω τήν απέναντι πλευρά μέ σκοπό νά ξαναεπισημάνω τό γεφύρι παραπλήσια τοΰ οποίου βρισκόταν ή πηγή.
Ό αρχηγός μας Μάνταλος ακολουθούμενος σέ απόσταση άπό τήν υπόλοιπη παρέα έφθασε πρώτος στό γεφΰρι. Τή στιγμή εκείνη καταλάγκαδα μέσα άπό πυκνές πικροδάφνες πετάχθηκε σέ απόσταση βολής μέ θόρυβο ένα ατόφιο κοπάδι πέρδικες, πού προφανώς είχε λουφάξει στή δροσιά της ρεματιάς λόγω της ζέστης.
'Ακούστηκε ένας γρήγορος ντουμπλές, αλλά άπό τή θέση πού βρισκόμουνα ήταν αδύνατο ν' αντιληφθώ, άν έρριξαν στό κοπάδι κι οί δυό συνάδελφοι ή μόνο ό Μάνταλος πού κρατοΰσε δίκανο. Ευθύς αμέσως άκουσα φωνές χαράς άπό τους φίλους συνοδούς «Μανώλη έπεσε τρέχα νά τήν πιάσης».
"Ετσι κατάλαβα πώς ό ίδιος έρριξε τίς δυό τουφεκιές μ' επιτυχία καί πώς ό φίλος μου Ζαννής θά βρέθηκε πίσω όπως κι έγώ πλάγια σέ απόσταση εκτός βολής.

Τό κοπάδι τών περδίκων, όπως αντιλήφθηκα, σκόρπισε ακτινωτά σά βεντάλια στίς γύρω πλαγιές. Κατά καλή του τύχη βρέθηκε σέ πρωτάριδες καί χωρίς σκυλιά κυνηγούς.
Διαφορετικά μιά έμπειρη κυνηγοπαρέα θά τίς ξεκαθάριζε ΰστερ' άπό τό σκόρπισμα μιά-μιά.
Μετά τόν ντουμπλέ καί τή βεβαιότητα της επιτυχίας τοΰ Μάνταλου, κάθισα γιά λίγο νά ξεκουραστώ σέ ξερολιθιά μιας άπό τίς πολλές σκαλωτές μάντρες, πού ποιος ξέρει άπό πόσα χρόνια πρίν κατά καιρούς, έκτισαν οί καλόγεροι τοΰ 'Αγίου Μάρκου γιά νά συγκρατοΰν τό λίγο χώμα τών χωραφιών σ' αυτή τήν απότομη βουνοπλαγιά.
Έκεΐ πού σκεπτόμουν προς στιγμήν τήν ατυχία μου, γιατί νά μή βρεθώ κι έγώ κοντά στό γεφΰρι νά (Μπίξω τήν τουφεκιά μου, άκουσα ξαφνικά πίσω μου καί προς τ' απάνω τό χαρακτηριστικό κακάρισμα τοϋ πάτερ φαμίλια, πού καλούσε τά σκόρπια μέλη της οικογενείας του.

Σηκώθηκα αθόρυβα μέ χτυποκάρδι, πέρασα χιαστί στην πλάτη μου μέ τό λουρί τό όπλο κι άρχισα νά σκαρφαλώνω σάν τή σάβρα τίς μάντρες τών τριών περίπου μέτρων ϋψους κάθε μιά, πού χώριζε τό ένα άπό τ' άλλο τά μακρόστενα χωράφια.
Τό κακάρισμα εξακολουθούσε μέ διακοπές μερικών δευτερολέπτων. Πλησιάζοντας την ακουγόταν πιό έντονα κι έτρεφα τήν ελπίδα μήπως τή δώ σέ καμμιά μάντρα ή βράχο καί τήν βαρέσω στά καθιστά. Γιά μιά στιγμή πού διέσχιζα καταχώρα-φα τήν τρίτη κατά σειρά σκαλωσιά, αντιλήφθηκε, ώς φαίνεται, τόν εχθρό καί πέρνει τόν κατήφορο μέ ταχύτητα καί μέ τό ιδιόμορφο κελάϊδισμα τοΰ τρόμου κιό-κιό-κιό σέ μιά απόσταση, πού στιγμιαία υπολόγισα γύρω στά τριάντα μέτρα.
Φαίνεται νά εφάρμμοσα στή σκόπευση δλη μου τή θεωρητική καί πρακτική σπουδή... της περασμένης χρονιάς, πού πέρασα μέ τόν έμπειρο θείο μου Ρασσογιάννη στό Καβούρι 'Αττικής καί μέ παράλληλη τήν επίγνωση, πώς δέν είχα νά ρίξω καί δεύτερη τουφεκιά σέ περίπτωση αποτυχίας, άφοΰ κρατούσα μονόκανο.

Τήν προσκόπευση πρίν άπό τό πάτημα της σκανδάλης υπολόγισα γύρω στό μέτρο μπροστά τοϋ στόχου καί φαίνεται νά υπολογίστηκε σέ συνδυασμό μέ τήν απόσταση καί τήν ταχύτητα τοΰ πουλιού περίφημα. Τό θήραμα έπεσε μέ γδοϋπο στό τρίτο χωράφι άπ' δπου σχεδόν ξεκίνησα σκαρφαλώνοντας.
Σπουρδοΰσε ανάσκελα κι άπό φόβο μήπως ξαναπετάξει ή ρολλάρει τόν κατήφορο καί τή χάσω, πηδούσα τίς πανύψηλες μάντρες μέ τό δπλο στό χέρι άδειο, αδιαφορώντας άν τά πέλματα μου δοκιμάζονταν άσχημα στό σκληρό άπό τή ξηρασία χώμα, πού έπεφτα διαδοχικά μέ όλο τό βάρος τοΰ κορμιοΰ μου καί τοΰ δπλου μου.
Τερματίζοντας άρπαξα, θυμάμαι, άπό τό λαιμό γιά σιγουριά... τήν ωραία πλουμιστή πέρδικα, τήν έσφιξα μέ τά δάκτυλα μου νά τήν αποτελειώσω άπό οίκτο ευθανασίας... καί τήν κρέμασα θριαμβευτικά στή μέση μου. Μέ βήμα ταχύ ξεκίνησα προς συνάντηση τών συντρόφων μου.
Έκεΐ στή πηγή φάγαμε δτι πρόχειρο είχαμε στους τουρβάδες μας, κορέσαμε τή δίψα μας καί τους διηγήθηκα τό περιστατικό μέ τήν όλη περιπέτεια της πεντάλεπτης περίπου αγωνίας μου άπό τή στιγμή πού άκουσα τό κακάρισμα της πέρδικας.

Στό μεταξύ άρχισαν τά πειράγματα τών φίλων συνοδών μας απευθυνόμενα προς τόν Ζαννή πού δέν βάρεσε καμμιά καί προς τόν αρχηγό της .παρέας Μάνταλο πώς ή δική του πέρδικα ήταν πουλάδα, ένώ ή δική μου κάκαβρος (αρσενική) καί διάφορα άλλα, ώς ότου πήραμε πιά τό δρόμο της επιστροφής γιά τά σπίτια μας, ΰστερα άπό οκτάωρη περίπου πορεία.
Έδώ κλείνει ή πρώτη γεμάτη ενθουσιασμό επίσημη κυνηγετική εξόρμηση μέ θήραμα τήν πρώτη μου πέρδικα καί μέ τή μοναδική σέ περιπέτεια τουφεκιά της εφηβείας, πού ποτέ δέν ξεχνιέται σέ όλες της τίς λεπτομέρειες λές καί ήταν χθες....


Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...