17 September 2012

Αληθινές Κυνηγετικές Ιστορίες: Η ιστορία δύο μεγάλων παθιασμένων κυνηγών.



Του Γιώργου Ρούσση από τη Λάρυμνα

Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι σήμερα θα αναφερθώ σε δύο πολύ μεγάλους κυνηγούς, τον πατέρα μου, που απεβίωσε στις 31/1/07 σε ηλικία 90


χρονών και σε ένα λαγόσκυλό του, γκέκα, τον ΤΖΑΚ, που χάθηκε σε ηλικία 17 ετών!!!

Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1917 και ήταν γιος του λαγοκυνηγού Ανέστη Ρούσση. Το κυνήγι το ξεκίνησε κάπου το 1932 και σταμάτησε να κυνηγά σε ηλικία 77 ετών, το 1994, όμως μέχρι λίγο πριν πεθάνει ερχόταν σπίτι μου να με δει και να χαϊδολογήσει τους λαγούς που θήρευα.
Τα προπολεμικά χρόνια, αλλά και μέχρι τη δεκαετία του 1960, στις φτωχές οικογένειες, το κυνήγι ήταν μεγάλο συμπλήρωμα της διατροφής τους. Ξεκινώντας το κυνήγι κοντά στον πατέρα του, το αγάπησε και γρήγορα εξελίχτηκε σε ένα πολύ μεγάλο κυνηγό με πάθος, αρχές και γνώση στα ζητήματα της σκοποβολής, βλητικής και στις συνήθειες των θηραμάτων.
Ταυτόχρονα βοηθούσε την φτωχή οικογένεια του πατέρα του και αργότερα τη δική του στη διατροφή τους με του λαγούς που θήρευε.
Θυμάμαι ότι το 1958 που είχε σταματήσει τη λειτουργία της η ΛΑΡΚΟ, η εταιρία στην οποία δούλευε, ασχολιόταν με το κυνήγι και το ψάρεμα, τότε είχε θηρεύσει εκατόν δέκα λαγούς την περίοδο.
Από νεαρή ηλικία απόκτησε μεγάλη φήμη για τα καλά λαγόσκυλα που είχε και για τις γνώσεις στο κυνήγι του λαγού, τόσο σε παλιούς, όσο και σε νεότερους κυνηγούς, όχι μόνο στην περιοχή, αλλά και σε κυνηγετικούς κύκλους της Αθήνας και της ευρύτερης περιοχής μας.
Νεαρός ακόμη, εκτός από τον πατέρα του, κυνηγούσε με μεγάλους, παλιούς λαγοκυνηγούς: τον Κώστα και τον Νίκο Σταματάκη, τον Παναγιώτη Μαστροκωστόπουλο από τη Λάρυμνα, τον Σταμάτη και τον Γιώργο Δάρρα από το Μαρτίνο, τον Γεροφραγκάκη και τον Θοδωρή Μούτσιο από το Κόκκινο, τον γερο-Ζωγράφου και αργότερα, τον γιο του Λουκά, από τον Ορχομενό. Μετέπειτα, κυνηγούσε με τους συνομίληκούς του Γιάννη Σταματάκη, Σωτήρη Βέργο, Βασίλη Κολενδρο, Χριστόφορο Μαστροκωστόπουλο, Σεραφείμ Γκριτζάπη και Τάκη Βέργο, από την Λάρυμνα, οι οποίοι τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν κι έτσι έλαβε την αρχηγική θέση στην παρέα τους.
Αγαπούσε πολύ τους νέους κυνηγούς, τους έπαιρνε μαζί του, τους μάθαινε τα μυστικά του λαγού. Ο Τάσος ο Γιώργας κι ο Γιώργος ο Μαστροκωστόπουλος έμαθαν πολλά μαζί του. Κουτάβια και μαθημένα λαγόσκυλα από τα νταμάρια του έδινε σε πολλούς αφιλοκερδώς.
Το κυνήγι γι αυτόν ήταν σπορ, παρέα, φιλία, γλέντι, ΖΩΗ.
Λόγω της φήμης του και των επιτυχιών του, τον επισκέπτονταν τακτικά αρκετές παρέες κυνηγών από την Αθήνα. Κυνήγησε αρκετά με τον αείμνηστο μεγάλο σκοπευτή Ιωάννη Κούτση, τους αδελφούς Παναγιώτη και Ανδρέα Παπαδημητρίου, τον Ανδρέα Δάρρα και την δεκαετία του ’70 με τον αείμνηστο γέρο Γιώργο Πετσόπουλο.
Κάποτε, λίγο πριν ή μετά το 1950, ο Γιάννης Κούτσης, που τον αγαπούσε πολύ και του είχε μάθει πολλά για την σκοποβολή, ήρθε για κυνήγι μαζί με έναν Άγγλο υπάλληλο της πρεσβείας.
-      Κώστα, του λέει, αύριο θα πάμε για πέρδικες, που αρέσουν στο φίλο μου.
-      Εντάξει Γιάννη, θα πάμε προς την Αγία Παρασκευή.
Ο πατέρας μου τότε κυνηγούσε με όπλο «γύφτικο» μονόκανο, με κινητό ουραίο σε άθλια κατάσταση.
Μόλις το είδε ο Άγγλος φοβήθηκε και λέει στον Κούτση.
-      Εγώ δεν κυνηγάω δίπλα σ’ αυτόν, γιατί μπορεί να με σκοτώσει.
Λέει ο Κούτσης,
-      Κώστα, ο Άγγλος δεν σε θέλει δίπλα του γιατί φοβάται, τι θα κάνουμε;
-      Τραβάτε εσείς ψηλά, Γιάννη κι εγώ θα πάρω από χαμηλά, μακριά σας.
Σήκωναν τις πέρδικες από ψηλά, τις τουφεκούσε ο Άγγλος, αλλά δεν τις έπαιρνε, περνούσαν πλανάροντας χαμηλά προς τον πατέρα μου, ο οποίος τις τουφεκούσε και τις έπαιρνε.
Τελείωσε το κυνήγι, με αποτέλεσμα ο Κούτσης να έχει χτυπήσει δύο πουλιά, ο Άγγλος κανένα και ο πατέρας μου τέσσερα. Τότε ο Κούτσης αγκάλιασε τον πατέρα μου, τον φίλησε και του είπε: «Κώστα, σήμερα με έμαθες ότι το κυνήγι δεν είναι τα όπλα και οι στολές, αλλά η ψυχή του ανθρώπου», γύρισε στον Άγγλο και του είπε να ζητήσει συγγνώμη για την προσβολή που έκανε στον πατέρα μου και τον ίδιο.
Ο ΤΖΑΚ, ο άλλος μεγάλος κυνηγός, ήταν ένα ακούραστο παθιασμένο σκυλί στο κυνήγι του λαγού, κυνηγούσε όμως και πουλιά, μπεκάτσες, ορτύκια, πέρδικες. Ο πατέρας μου κυνηγούσε μ’ αυτόν από το 1958 – κυνηγούσα κι εγώ μαζί του – και μέχρι το 1972 ήταν το επίσημο σκυλί του. Από εκεί και μετά δεν το έπαιρνε κυνήγι, γιατί είχε γεράσει και δεν έβλεπε, αλλά ούτε και άκουγε καλά.
Το 1974 μας έκλεψαν μία σκύλα καλή που είχαμε και το αρσενικό μας κουτάβι δεν ήταν έτοιμο. Έσκασε ο πατέρας μου που δεν είχε σκυλί, όπως το ήθελε και περισσότερο γιατί δεν μπορούσε να το εκπαιδεύσει. Αυτή την εποχή είχε αρρωστήσει από υπερθυροειδισμό και είχε αδυνατίσει πάρα πολύ, με αποτέλεσμα να έχει μεγάλη αδυναμία, να μην μπορεί να περπατήσει μέσα στην αυλή του σπιτιού μας, πόσο μάλλον να πάει για κυνήγι. Όλη η οικογένεια φοβόμασταν για τη ζωή του.
Ένα βράδυ λοιπόν, μου λέει ο πατέρας μου:
-      Γιώργο, ετοιμάσου, αύριο θα πάμε κυνήγι.
-      Τι είναι αυτά που λες πατέρα; του απαντώ. Εσύ δεν μπορείς να περπατήσεις, αλλά ούτε και καλό σκυλί έχουμε, τι θα κάνουμε;
-      Θα μου σαμαρώσεις τη Γκιόσα για να πάμε και για σκυλί θα πάρουμε τον γερο-ΤΖΑΚ. Θα μιλήσεις και στον ανηψιό μας το Θανασάκη να έρθει κοντά, να οδηγεί την Γκιόσα.
Τότε ακόμα είχαμε τη γαϊδούρα μας τη Γκιόσα, που μας βοηθούσε στις αγροτικές δουλειές.
Εγώ, μη θέλοντας να του χαλάσω χατίρι, στην κατάσταση που ήταν και σκεφτόμενος «Ε, και τι έγινε; Θα πάμε μία βόλτα να ξεσκάσει, το πολύ-πολύ να πάρει και τον γερο-ΤΖΑΚ αγκαλιά».
Το πρωί ήταν όλα έτοιμα, σύμφωνα με τις εντολές του. Ο πατέρας μου φώναξε το σκυλί κοντά του χαϊδολογώντας το και μιλώντας του τρυφερά «άντε ΤΖΑΚ, θα πάμε βόλτα». Και ξεκινήσαμε. Μπροστά ο Θανασάκης, τραβώντας τη Γκιόσα, ο πατέρας μου καβάλα και ο ΤΖΑΚ ακολουθούσε περισσότερο με την όσφρηση, παρά με την όραση. Φτάνοντας στο συμφωνημένο σημείο για να κυνηγήσουμε, ο ΤΖΑΚ έπιασε σχεδόν αμέσως ντορό. Δεν είχε πάλει πολύ μακριά μας, καμιά τρακοσαριά μέτρα είχε απομακρυνθεί. Έβγαλε το λαγό και αργά, πολύ αργά, άρχισε να τον διώκει. Ο πατέρας μου είχε σταθεί στο καρτέρι πάνω στη Γκιόσα, ο λαγός πήγε κατά πάνω του, τον είδε και με μια τουφεκιά τον πήρε. Ο ΤΖΑΚ ακολουθούσε το ντορό του, έφτασε κάποια στιγμή στο λαγό, που ήταν ξαπλωμένος κάτω, σκουντούφλησε πάνω του, γιατί δεν τον είδε και σκιάχτηκε. Ο πατέρας μου, που παρακολουθούσε καβάλα στη γαϊδούρα, βλέποντας τον ΤΖΑΚ, δάκρυσε. Έκτοτε, δεν τον πήρε πάλι για κυνήγι, αυτό ήταν το τελευταίο για τον γερο-ΤΖΑΚ.
Το καλοκαίρι του 1975, σε ηλικία 17 ετών, ο ΤΖΑΚ έκανε την καθημερινή του βόλτα, χωρίς να βλέπει και να ακούει, πήγε στην κοινοτική βρύση για νερό (καμιά εκατοστή μέτρα από το σπίτι μας), κάποιος διερχόμενος οδηγός τον χτύπησε με το αυτοκίνητο κι έτσι χάθηκε.
Ο πατέρας μου μέχρι να γίνει καλά, κυνηγούσε πάνω στη Γκιόσα. Δεν τον πτοούσε τίποτα.
ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΥΝΗΓΟΙ ΜΕ ΠΑΘΟΣ, ΜΕ ΨΥΧΗ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ.
Θα τους θυμούνται όσοι κυνήγησαν μαζί τους.
Θα μείνουν αξέχαστοι σε μένα και τα παιδιά μου, που έζησαν τον παππού τους, έμαθαν και τον ΤΖΑΚ από τις ιστορίες που τους έλεγε και συνεχίζουν κι αυτά το δρόμο του.



Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...