11 September 2012

Τα τρυγόνια της πρώτης αυγής!






Eμπαιναν, έβγαιναν οι ημέρες, λάκιζε ο καιρός, φυλλορροούσε η χρονιά τις νύχτες της κι ένα τεράστιο, ολόγιομο φεγγάρι απόψε ξεκινούσε την πορεία του, στο αυγουστιάτικο βράδυ...
Πανσέληνος, φώτιζε απίστευτα γλυκά και όμορφα τη γη. Νοούσες τα ψιθυρίσματα του
αέρα, όπως και τα λαμπυρίσματα των αστεριών, σε μια νυχτερινή συνομιλία που κάνουν μεταξύ τους, γεμάτη εξαίσιες αναλαμπές και χειραψίες. Να 'χεις και τον αρσενικό παγανιάρη δροσερό βουνίσιο αέρα, βαθιά ερωτικό, με τις παλλόμενες εντάσεις του, να δροσίζει τα ιδρωμένα κορμιά της παρέας.

Hμασταν τρεις φίλοι, κυνηγοί. Βολέψαμε τα σακίδια με τις τροφές, το νερό, και δίπλα στημένα τα τουφέκια μας στην αγριογκορτσά. Θα περιμέναμε να αναστήσουμε, μια και ο ύπνος σκόνταφτε στα βλέφαρα, το πρωινό ξημέρωμα, με τους χρονοδείχτες των ρολογιών μας να τρέχουν απελπιστικά αργά, και οι ώρες να είναι στάσιμες, ακούνητες σχεδόν.
Αδημονία, μαζί με άφατη χαρά, για τις μπηχτές τουφεκιές που θα ακολουθούσαν στα όλο γεμάτα μαστοριά και τέχνη στριφογυρίσματα κορμιού και όπλου, για να προλάβεις τους διαβόλους του αέρα, τα τρυγόνια!
Θα παρουσιάζονται από το πουθενά, με τις φτερούγες τους γυρτές, μεσάτες για τα μεγάλα σάλτα, απότομα κοψίματα, βιδωτές κατακόρυφες πτώσεις και βυθίσεις κι αναστροφή πάλι απάνω από το κεφάλι σου...
Η τουφεκιά στο τρυγόνι θέλει και απαιτεί σκοπευτική τεχνική και ψυχραιμία. Αμφότερα είναι προϊόντα πείρας.

Τα χωράφια φύλαγαν ακόμη υπόλοιπα βοσκής μέσα σε σβώλους χώμα, που είχε καρπίσει σιτάρι, βρώμη, φακή, κριθάρι... και κυρίως σουσάμι!
Αργούσε ακόμη να κοκκινίσει η ανατολή και οι αναθιβίσεις ατελείωτος συρμός από ουρανοθάλασσο μνήμης, κάργαραν το πανί από περασμένα κυνήγια, σ' άλλους παλιούς χρόνους δικούς μου ή με προγόνους παμπάλαιους, αγνώστους, βουβούς, σκιές ονείρων σήμερα.
Αυτά όλα σαν νέο αίμα, κύματα κύματα, ορμούσαν στις φλέβες μου, με σαρώνανε, με παράσερναν...
Οι τοποθεσίες...

Δύο τοποθεσίες κοντά στη Βέροια σφύζανε από μεγάλο αριθμό τρυγονιών, κάθε καλοκαίρι, Αύγουστο μήνα σ' όλη τη 10ετία του 1950. Και σ' αυτές συναντούσες την ελίτ των κυνηγών του Συλλόγου μας, όπως Ν. Αγνιάδης ο πατριάρχης των κυνηγών, Θ. Βαφείδης, Ε. Γαλανόπουλος, Κ. Κλήμης, Δ. Κοντόπουλος, Ν. Χοχλιούρος, Π. Χοχλιούρος, Χ. Κολοκοτρώνης, Κ. Καραλής, Λ. Γκαντούτσιος, Αρ. Αργυριάδης, Η. Ρουσάκη.
Ο ένας τόπος ήταν μεταξύ Πατρίδας-Τριλόφου-Στενημάχου-Μονοσπίτων και Αγ. Γεωργίου, και ο άλλος μεταξύ Διαβατού-Μέσης-Κουλούρας, δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή.
Και οι δύο, μεγάλες εκτάσεις από σιταροχώραφα, θερισμένα τον Αύγουστο, με καλαμιές βοσκήσιμες, γέρικες αγριογκορτσές, μεγάλα καραγάτσια, πελώριες βαλανιδιές με χοντρούς κορμούς, πικραμυγδαλιές υψηλές, άγριες, μια απέραντη θάλασσα από φυλλωσιές...
Και κοντά στα χωριά φραγμένα με όχτους, μικρά αμπελάκια με γλυκά σταφύλια, μοσχάτα, ροζακί με ρεγκλάτα τσαμπιά επιτραπέζια, καθώς και άλλες ποικιλίες για κρασί.
Αφθονες ακόμη οι μικρές αναιμικές συκιές, φορτωμένες με γλυκούς καρπούς. Στα μεγάλα και πλατιά φύλλα τους βρίσκανε καταφύγιο και φαγητό οι συκοφαγάδες. Περαστάρια κι αυτοί, με τις κίτρινες κοιλιές τους, αλλά εκλεχτοί μεζέδες, σε ανατολίτικα πιλάφια!
Οι κρυφαέρηδες των Βαλκανίων στην ώρα τους, σηκώνουν τα τρυγόνια, τα πιάνουν από την ουρά και τα δίνουν δρόμο κατά τον νοτιά. Αυτά ξεκινούν, κερδίζουν ύψος και συνεχίζουν σε κοπάδια 15-20 πουλιών.
Γοργοτάξιδα, τα έβρισκε η αυγή πάνω από τη Μακεδονία, στα εύφορα καρπισμένα χωράφια της. Και μ' ένα βύθισμα, πιάνανε τις κορυφές, διαλέγανε τα καθαρά νερά, τις πυκνές νεροφαγιές από βάτα, τα ξέφωτα...
Μετά το χωριό Διαβατό, λίγο έξω από την Κουλούρα, ήταν ένα τουβλοποιείο, πρωτόγονο, με μέσα και τρόπους εργασίας παλαιικούς.
Αφεντικό και κύρης του ήταν ένας Μικρασιάτης από τη Θεογεννήτρα Ανατολή. Αραξε με την παλίρροια του διωγμού στη Βέροια, κι από τότε ένα παραγάδι από μνήμες, γεμάτο πίκρες και μισεμό, πυκνό υφάδι τύλιγε την καρδιά του. Δεχότανε όμως με καλοσύνη εμάς τους περαστικούς κυνηγούς, κι ένας μαστραπάς με δροσερό σταμνίσιο νερό από τα πηγάδια του Διαβατού, ήταν καλοδεχούμενη ανάσα δροσιάς, στην κάψα του απομεσήμερου.
Αυτός έπινε ρουφιά-ρουφιά τον καφέ του, κι έφερνε πάντα την κουβέντα γύρω από τις δυσκολίες της δουλειάς του... Ηταν ο Γιάννης Τοκατλίδης, ο άνθρωπος του Θεού που έσπειρε και ανέστησε 6 παιδιά, ο εργάτης της λάσπης, που ίσαμε τα γεράματά του, ποτέ δεν αφαλοκόπηκε από τη μάνα του, τη γη!
Τα καρτέρια...
Εκεί, λοιπόν, κοντά στο τουβλάδικο στήναμε τα καρτέρια μας, με φυλάχτρες για απόκρυψη, ολόσωμες ή μισές... Το ψήσιμο των τούβλων και η κάπνα που απλωνόταν, ήταν για τα τρυγόνια κάλεσμα μια εύκολης βοσκής, σε σιταριού καψάλα.
Δεν υπήρχαν καλλιέργειες οπωροφόρων δέντρων, μόνο μεγάλες εκτάσεις σιτηρών, σ' όλες τις παραλλαγές τους. Μεγάλες και πυκνές συστάδες αιωνόβιων δένδρων ξεχώριζαν, όπως στο ξωκλήσι του Αγ. Δημητρίου, δίπλα στην κοίτη του ποταμού Αλιάκμονα και στης Αγίας Κυριακής το μοναστήρι.
Σ' αυτές τις δύο αγιασμένες πυκνούρες στήνονταν τα καρτέρια της μεσημεριανής αναμονής των κυνηγών. Οταν όλα κάτω από την αυγουστιάτικη ζέστη ακινητούσαν, τα τρυγόνια φθάνανε μονά ή ζευγάρια για να κλαρώσουν...
Σ' αυτές τις αναμονές των κυνηγών, η κάρπωση του θηράματος ήταν μεγάλη. Ταχύτατα γέμιζαν τα κρεμαστάρια της ζώνης και τα σακίδια με πουλιά, με κατανάλωση φυσιγγιών μικρή. Ρίχναμε σε στόχους σίγουρους, σε απόσταση των 20-25 μέτρων, σκοπευμένες βολές πάντα.
Συνήθως τα φυσίγγια τα γεμίζαμε μόνοι μας! Κάθε κυνηγός σύμφωνα με τα τσοκ του όπλου του είχε και το δικό του γέμισμα. Θαυμάσιες αποδόσεις είχαν - κατά γενική τότε ομολογία- τα πράσινα φυσίγγια της ΠΥΡΚΑΛ (με δικό της ελληνικό μπαρούτι και το κλασικό βύσμα τύπου «κετσέ»).
Και εκεί κοντά στο λιόγερμα, το σιγομάζωμα του ουρανού της πρώτης ημέρας του κυνηγιού, μας βρήκε τις κρεμάστρες βαριές από τρυγόνια.
Στο... σουσάμι!
Και οι επόμενες ημέρες του Αυγούστου μέχρι και τα μέσα του Σεπτεμβρίου θα ήσαν εξίσου παραγωγικές. Οι πληθυσμοί των τρυγονιών θα παρέμεναν μεγάλοι, χάριν των αφίξεων νέων κοπαδιών, στα ίδια χωράφια και στα ίδια δένδρα. Τα χωράφια φύλαγαν ακόμη υπόλοιπα βοσκής μέσα σε σβώλους χώμα, που είχε καρπίσει σιτάρι, βρώμη, φακή, κριθάρι... και κυρίως σουσάμι! Θυμάμαι με τον Κώστα Καραλή να κυνηγούμε με τα σκυλιά μας καμπίσιες πέρδικες τον μήνα Νοέμβριο και να τουφεκάμε ξαφνιασμένα τρυγόνια που πετάξανε από σισαμοχώραφα του χωριού της Μέσης. Ηταν πουλιά παχιά, βαριά, που προτίμησαν να μείνουν και να διαχειμάσουν σε σίγουρες τοποθεσίες που παρείχαν κάλυψη και βοσκή.
Τώρα άλλαξαν οι καλλιέργειες των χωραφιών. Τα οπωροφόρα δένδρα κάλυψαν τον κάμπο, βαμβακοκαλλιέργειες παντού, τα νερά χαθήκανε, τα κανάλια είναι βρώμικα από ποτάσα και άλλα χημικά σκευάσματα, και οι πληθυσμοί των αποδημητικών δεν παραμένουν. Εχουν επηρεαστεί από τις νέες συνθήκες που επιβάλλουν οι σημερινές αγροτικές εκμεταλλεύσεις και μας αφήνουν για άλλους τόπους και για άλλα μέρη...

ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΑΤΕ;

Και ορτύκια μένανε στον κάμπο μας, τα λέγαμε «τοπιάρικα»... Οταν οργώνονταν τα χωράφια για νέες σπορές, αυτά συγκεντρώ-νονταν σε πυκνά βάτα και στις άκρες των καναλιών.
Υπήρξαν όμως Χριστούγεννα που είχα... μενού στο γιορτινό μου τραπέζι πεντανόστιμα ορτύκια σαλμί, με φίλους και τον αδελφό μου τον Κλέωνα να τα τιμούν δεόντως.

ΤΑΚΗΣ ΚΛΗΜΗΣ

Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...