11 September 2012

Ατύχημα στο ρέμα με τις λυγαριές







Μια από τις μεγάλες χάρες και χαρές του χωριού ήταν, όταν κάπως μεγάλωσα, το κυνήγι, που σιγά σιγά σκέπασε όλες τις άλλες, εκτός απ' την αγάπη της θείτσας.
 Ο πάππος είχε ένα μονόκαννο μπροστόγεμο τουφέκι, σαν καριοφίλι, που το μάκρος του ξεπερνούσε το μπόι μου. Μ' αυτό πρωτάρχισα, κι οδηγητής και συμβουλάτοράς μου ο ίδιος ο πάππος....
Υστερα από τρία τέσσερα χρόνια, αφού μαθήτεψα στο κυνηγετικό σχολειό του πάππου, κατόρθωσα να βάλω στο χέρι ένα δίκαννο μπροστόγεμο, έναν «τσιφτέ», και γίνηκα σωστός κυνηγός. Ετσι τουλάχιστον φανταζόμουν! Ο πατέρας φοβέριζε πως θα σπάσει το τουφέκι, μα δεν το έκανε, η μητέρα γκρίνιαζε αδιάκοπα και η θείτσα παρακαλούσε....
- «Ασ' το, γιε μ', το έρμο όσο λείπεις, η καρδιά μου πεταρίζει».
- «Μη φοβάσαι, θείτσα». Σιγά σιγά την έκανα συνένοχή μου.
- «Θείτσα, ξίδι να πλύνω το τουφέκι, θείτσα, μαλλί για τάπες». Κι η θείτσα ξέραβε μαξιλάρες και στρώματα για να μου δώσει μαλλί. «Θείτσα, πριν χαράξει, μόλις βγει το άστρο»...
Κι η καημένη η θείτσα δεν κοιμόταν σχεδόν για να με ξυπνήσει, μόλις θ' αντίκριζε απ' το ανοιχτό παράθυρο το μεγάλο άστρο.


Στο χωριό ερημιά. Που και που να γαβγίσει κανένα σκυλί. Κι όταν έπαιρνα το μονοπάτι του κάμπου κάτω απ' τ' ασάλευτα δέντρα, η απέραντη ησυχία με πλημμυρούσε με ανέκφραστη κατάνυξη. Πατούσα ανάλαφρα στη σκόνη του μονοπατιού... Τ' άστρα λαμπυρίζανε ακόμα, και μέσα στο διάφανο σκοτάδι έβλεπα τις σιλουέτες των δέντρων σαν πλάσματα έμψυχα, που ερχόταν αθόρυβα προς τους φράχτες για να με προβοδίσουν. Ενιωθα τη γαλήνη, γιομάτη ζωντάνια, να με κυκλώνει τόσο καλόβουλη, τόσο προστατευτικιά, που ξεχνούσα το σκοπό μου.

Τα τρυγόνια...
Η αυγουστιάτικια δροσιά, γλιστρούσε πάνω μου λεπτή, μεταξένια, σα χάδι. Καθόμουν τότε σε μια πέτρα, σε κανένα ξέφωτο, και περίμενα να φωτίσει καλά. Σιγά σιγά οι πέτρες και τα χορτάρια ξεχωρίζαν σαν ψεύτικα... Και ξάφνου, μεσ' στο γλυκοθάμπωμα, πετιόταν κελαριστό, ασημένιο, όλο ξενοιασιά και εμπιστοσύνη, το κελάιδισμα του αόρατου κορυδαλλού κι ανέβαινε, ανέβαινε προς τον ουρανό, που γαλάνιζε πια φωτισμένος. Σηκωνόμουν τότε κι άρχιζα το κυνήγι!


Αλώνιζα ελαιώνες, χωράφια, χερσότοπους, χωρίς να με μέλει για κάψα ή για κούραση. Κυνηγούσα τρυγόνια και συκοφάγους, μα χωρίς και να σκοτώνω, είχαν... μάτια και φτερά.
- «Τι σπας τα ποδάρια σου μ' αυτό το έρμο το κυνήγι;» κλαιγόταν η θείτσα, όταν γυρνούσα με την κρούστα της σκόνης στο πρόσωπό μου και της έδινα τα πουλιά, γιατί σ' εκείνη πάντα τα έδινα.
- «Δε βλέπεις; Ούλο σκορδαλλούς και κεφαλάδες. Μπας και χτυπάς κανένα μεγάλο; Φτάνει πια». Πώς να κυνηγώ καλά, μ' έμαθεν ένας ξάδερφος της μητέρας, ο μπάρμπα - Παναγιώτης, πρώτος κυνηγός του χωριού. Μ' έβλεπε καμιά φορά, όταν γυρνούσα και κουνούσε χαμογελώντας το κεφάλι του.

 - «Πολλά παπούτσια έχει, φαίνεται, ο κυρ Γιαννίκος», έλεγε με την αργή, χοντρή του φωνή.
- «Εμ τι λιέσαι, λιέσαι, βρε μωρό μ', σαν τον αβάφτιστο μεσ' στη βράση; Ετσι είναι, μαθές, το κυνήγι; Βίρα το τουφέκι στον ώμο και σβάρνα τσι κάμποι, και δωσ' του μπαμ και μπουμ; Κρίμας τα μπαρούτια και τα σκάγια»...
Το τελευταίο δεν ήταν «σχήμα λόγου». Πονούσε πραγματικά για το ανώφελο ξόδιασμά τους. Αυτός μετρούσε κι έβαζε τα σκάγια κάθε ριξιάς ανάλογα με το είδος του κυνηγιού: για το λαγό δώδεκα, για την πέρδικα εννιά. Και ποτέ δεν αστοχούσε!
Τέλος, κάποτε πέτυχα και «χοντρό» κυνήγι. Είχα καθίσει κάτω από κάτι φτελιές του ποταμού, δίπλα σ' ένα λάκκο νερό, για να ξεκουραστώ, όταν να σου ένα τρυγόνι. Το χτύπησα! Επειτα άλλο, έπειτα άλλο. Γύρισα στο σπίτι μ' εφτά τρυγόνες και τις έβαλα στα χέρια της θείτσας. Θρίαμβος σωστός!
- «Τέτοιο κυνήγι, ναι, αξίζει ο κόπος» είπε η θείτσα νιώθοντας την ίδια χαρά, που ξεχείλιζε μέσα μου.
Εκπυρσοκρότηση...
Με την αύριο ξαναπήγα στις φτελιές. Κάθισα ανάμεσα σε κάτι λυγαριές και περίμενα. Σε λίγο ήρθε ένα τρυγόνι, του 'ριξα, μα δεν το πέτυχα. Σηκώθηκα μονομιάς για να γεμίσω.
Τόσοι και τόσοι κυνηγοί με συμβουλεύανε πάντα, πως πρέπει να προσέχω κατά το γέμισμα, έτσι που η κάννη του τουφεκιού να μην είναι γυρισμένη πάνω μου, γιατί ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, λέγανε... Μα τη στιγμή εκείνη, είτε απ' τη βιασύνη μου είτε επειδή δε με βολούσε ο τόπος με τις λυγαριές, το αστόχησα.
Εβγαλα το χαρμπί απ' το χαρμπιλίκι, τράβηξα με τα δόντια την τάπα κι έριξα το μπαρούτι στην άδεια κάννη. Επιασα στη στιγμή την τάπα κι έκανα να τη βάλω στη μπούκα του τουφεκιού, όταν... μπουμ... το τουφέκι πήρε φωτιά!
Ηταν βέβαια η κάννη όπου μόλις είχα ρίξει το μπαρούτι, γιατί αν έπαιρνε η άλλη με τα σκάγια, το κεφάλι μου δεν θα ήταν πια σε κατάσταση... να βαστάξει καμιά θύμηση! Το δεξί μου χέρι τινάχτηκε προς τα πίσω και μια φλόγα με μεγάλη δύναμη μπάτσισε το πρόσωπό μου. Πέταξα κάτω το τουφέκι, ένας πέπλος κατακόκκινος κυμάτιζε μπροστά μου...

Ο όρκος...
Κατρακύλησα, χωρίς να βλέπω, προς τον λάκκο κι άρχισα να πλένω το πρόσωπό μου με το βρωμόνερο. Η φλόγα εξακολουθούσε να με καίει. Σήκωσα το κεφάλι μου, μα δεν έβλεπα τίποτα γύρω μου. Πάει, είπα, στραβώθηκα! Και μου 'ρθε αμέσως στο νου η ερημιά, όπου βρισκόμουν, δυο ώρες μακριά απ' το χωριό...
Ξανάρχισα το πλύσιμο. Οταν ξανασήκωσα το κεφάλι, σα να ξεχώρισα με το αριστερό μάτι τα δέντρα και το μονοπάτι μεσ' από καταχνιά.
- «Δόξα σοι ο θεός - είπα με πραγματικό αναγάλλιασμα - το ένα μονάχα βγήκε»! Μάζεψα τα σύνεργα μου και πήρα το δρόμο του χωριού. Τυλίχτηκα καλά με μια σάρπα της αδερφής, που την έπαιρνα για τον ήλιο, αφήνοντας μονάχα το αριστερό μάτι ξέσκεπο... Σουβλιές τρομερές μου περουνιάζανε όλο το πρόσωπο, μα προπάντων το δεξί μάτι. Μέσα από τα χωράφια, πάνω από φράχτες κι αυλές, έφτασα στη δικιά μας, αλλά ντρεπόμουν να περάσω απ' το δρόμο.
Μόλις έκανα ν' ανοίξω τη μέσα πόρτα του σπιτιού, να η μητέρα.
- «Τι έχεις;» μου είπε ξαφνιασμένη... Πήγα να πω, τίποτα, μα εκείνη τράβηξε τη σάρπα και το καπέλο. Είδα το πάντα ροδισμένο πρόσωπο της μητέρας να γίνεται αχνοκίτρινο σα θειάφι.
- «Αθηνά, - έμπηξε φωνή - τρέχα, χτυπήθηκε»!
Κάτι βαρύ κατρακύλησε τη σκάλα, λες και γκρεμιζόταν το σπίτι. Η θείτσα μ' είχε αγκαλιάσει κιόλας κι έκανε να με σηκώσει σα μωρό.
- «Το μωρό, το γιατρό... Χριστέ μ' και Παναγιά μ»...
Μάταια ξεφώνιζα πως δεν είχα τίποτε. Χτυπούσε το κεφάλι της, έτρεχε απ' τη μια μεριά στην άλλη, έκλαιγε. Ζήτησα καθρέφτη κι είδα τα χάλια μου. Βρήκα δίκαιη τη φασαρία και τις φωνές.

Η θεραπεία...

Ηρθε ο γιατρός. «Φτηνά τη γλίτωσες» μου είπε, όταν διηγήθηκα το πάθημά μου. Την ίδια γνώμη είχα κι εγώ. Eμεινα τρία μερόνυχτα ανάσκελος, ξάγρυπνος απ' τους σουβλερούς πόνους του ματιού κι η θείτσα με τη μητέρα μου σταλάζανε γιατρικό. Ολο το σπίτι ήταν ανάστατο!
Οταν την πρώτη νύχτα κατά τα μεσάνυχτα η θείτσα έστειλε τη μητέρα με το ζόρι να κοιμηθεί στην άλλη κάμαρα, εγώ, για να γλιτώσω απ' τ' ατέλειωτα ερωτήματά της, καμώθηκα τον κοιμισμένο. Η θείτσα έσκυψε λίγο από πάνω μου κι αποτραβήχτηκε...
Μια στιγμή άκουσα ρυθμικούς χτύπους στο πάτωμα, και ανασηκώθηκα λίγο. Στο φως του καντηλιού είδα τη θείτσα να μετανίζη μπρος στα εικονίσματα και την άκουσα να μουρμουρίζει:
- «Θε μ', κάνε καλά το μωρό και παρ' τα μάτια τα δικά μου. Τι να τα κάνω εγώ, γριά γυναίκα; Παρ' τα, Χριστέ μ' και καν' το καλά».
Σε μια βδομάδα ήμουν κάπως καλά. Με δεμένο ακόμα χέρι σηκώθηκα μιαν αυγή κρυφά κρυφά, πήρα τα σύνεργα και δρόμο για τον κάμπο. Όταν γύρισα, όλη η οικογένεια με περίμενε στην αμπασά, εκτός από τη θείτσα. Ακουσα... τον αναβαλλόμενο απ' όλους.
- «Κι η θείτσα;» αναρωτιόμουνα μέσα στον κατακλυσμό των φωνών.
Την είδα όταν ανέβηκα. Καθόταν ζαρωμένη στην άκρη του μεντεριού. Ακίνητη, χωρίς μια λέξη, με κοιτούσε παραπονετικά. Δεν τόλμησα ούτε να τη χαιρετήσω. Οταν όμως απόθεσα το τουφέκι και πήγα κοντά της, έβγαλε έναν αναστεναγμό.
- «Δε με λυπάσαι πια καθόλου; Κι εγώ έλεγα πως μ' αγαπάς». Και ξέσπασε σε δάκρυα. Ηταν πάρα πολύ.
- «Δε θα το ξαναπιάσω, θείτσα, το τουφέκι. Στ' ορκίζομαι». Μα κείνη εξακολουθούσε το σιγανό της κλάμα...
- «Ελα, θείτσα, συχώρα με»!
Χαμογέλασε τότε, με χάιδεψε και φιλιωθήκαμε.
Κείνο το χρόνο δεν ξανάπιασα τουφέκι.


Βιογραφικό


Ο Κώστας Κόντος γεννήθηκε στην Καλλονή της Λέσβου στα 1891. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και υπηρέτησε πολλά χρόνια ως καθηγητής και ως γυμνασιάρχης σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης. Το έργο του είναι πλούσιο και σημαντικό. Γνωστότερα είναι «Τα τραγούδια του χωριάτη» και «Τ' αργοπορημένα» (ποιήματα), τα «Διηγήματα» και «Τα Λεσβιακά χρονικά» (πεζογραφήματα), και οι μελέτες του «Γλωσσικό ζήτημα και Ψυχάρης», «Γεώργιος Βιζυηνός», «Το εκπαιδευτικό μας πρόβλημα», κλπ.
Ο τίτλος του διηγήματος που αναδημοσιεύουμε σήμερα ήταν «Το πρώτο μου κυνήγι».

Κώστας Κόντος
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Νίκος Κράλλης


Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...