18 September 2012

Μπεκάτσα - Scolopax Rusticola Πληροφορίες




Περιγραφή - Ενδιαιτήματα - Διατροφή:

Κοντόχοντρο πουλί με στρογγυλές φτερούγες, κοντή ουρά και κρυπτικό χρωματισμό. Το χρώμα στα πλαϊνά και στη ράχη είναι καστανοκόκκινο, με μαύρα στίγματα. Στην κοιλιά είναι ξανθοκίτρινο με καστανές κυματώσεις, όπως και πίσω στην ουρά στον λαιμό και στα μάγουλα. Οι άκρες των μικρών φτερών της ουράς άσπρες με μαύρη κατάληξη!
Χαρακτηριστικό μακρύ ράμφος, (περίπου 55-70 μ.μ.) με μεγάλα μαύρα μάτια, τοποθετημένα ψηλά στο κεφάλι, με τρόπο που επιτρέπει μια μοναδική οπτική γωνία,

σχεδόν 360 μοιρών!! Πτήση γρήγορη και χαμηλή, ανάμεσα στα δέντρα, και ενίοτε κάθετη προς τα πάνω έως τις κορφές των κλαδιών, προς γρήγορη διαφυγή και κάλυψη!

Τα δύο γένη (αρσενικό-θηλυκό) είναι παρόμοια εξωτερικά. Η μόνη εξέταση που θα αποδείξει σίγουρα το γένος είναι η ανατομική εξέταση των γεννητικών οργάνων.

Ζει μόνη της μέσα στα δάση με οξιές, καστανιές, πλατάνια, πουρνάρια και βελανιδιές, σπάνια κρύβεται στο ίδιο σημείο με άλλη μαζί, εκτός βέβαια την εποχή του ζευγαρώματος και αν συμβεί να πεταχτούν 2-3 μαζί από ένα πυκνό, είναι αποτέλεσμα ξαφνικής κακοκαιρίας που τις ανάγκασε να διακόψουν το ταξίδι τους και να πέσουν σε μία πλαγιά, μέσα σε παλουριά η στην ασφάκα που κρατάει ζέστη. Διαλέγει πάντα τα σημεία του δάσους που είναι τα πιο πυκνά και απρόσιτα από ανεπιθύμητους επισκέπτες, εκεί που υπάρχει υγρασία, χώματα βαρικά και στρώμα από μουχλιασμένα φύλλα. Εκεί στην ρίζα ενός δένδρου η μιας βατσινιάς περιμένει το σούρουπο, γιατί η μπεκάτσα είναι νυκτόβιο πουλί. Δειλή και δύσπιστη φεύγει από την κρυψώνα της, μόλις σκοτεινιάσει, και κατεβαίνει στον κάμπο για αναζήτηση τροφής.




Τρέφεται αποκλειστικά σχεδόν με σκουλήκια πολλών ειδών, τα οποία ανακαλύπτει κάτω από τα πεσμένα φύλλα των πλατύφυλλων δέντρων ή μέσα στο χώμα, ανασύρροντάς τα με την μακρυά μύτη της. Η τεράστια μύτη της μπεκάτσας, είναι τέλειο όργανο ανίχνευσης των κραδασμών που δημιουργεί η κίνηση των σκουλικιών μέσα στην γή! Η διατροφή της μπεκάτσας είναι ένα από τα πιο μελετημένα θέματα κυνηγετικής διαχείρισης. H μπεκάτσα καταπίνει λίγα χορταρικά και ασπόνδυλα ζώα (έντομα, σκουλήκια , προνύμφες, μαλάκια, καρκινοειδή). Η διατροφή της προσαρμόζεται στις τοπικές συνθήκες που συναντάει κατά την διάρκεια της αποδημίας .




Ηλικία:
Ο μοναδικός σίγουρος τρόπος για την διαπίστωση της ηλικίας της μπεκάτσας, είναι η λεπτομερής παρατήρηση των άκρων της φτερούγας της, τα τρία πρώτα και τα πιο εσωτερικά στην φτερούγα. 






Στα νεαρά άτομα φαίνεται σαν να έχει κρόσσια-φαγωμένα στην κορυφή των φτερών, ενώ στα ενήλικα είναι καθαρά σχηματισμένα.                                                                          


Αν μετρήσουμε και προσθέσουμε το φάρδος (Α) των τριών πρώτων φτερών (1+2+3) το άθροισμα μας δίνει το φύλο.Στα Θηλυκά είναι μεγαλύτερο.( Μετραμε 20mm απο τη κορυφή)


             Μικρότερο από 15.4mm = Αρσενικό

             Μεγαλύτερο από 15,6mm= Θηλυκό

Οι διαφορές που υπάρχουν στους τόνους των χρωμάτων, (καφεκόκκινες - καφεγκρίζες ) δεν πρόκειται για διαφορές των φύλλων, αλλά κατά γενική παραδοχή προέρχονται από τους χώρους διαβίωσης ως αποτέλεσμα της προσαρμογής των πουλιών στην γενική απόχρωση του περιβάλλοντος που γεννήθηκαν και ζούν για καλύτερη κάλυψη από τους εναέριους άρπαγες.


Οι καφεκόκκινες προέρχονται από τα Βρετανικά νησιά και γενικά την βορειοδυτική Ευρώπη, όπου κυριαρχούν τα καφεκόκκινα χρώματα στα δάση (πχ. Ιρλανδία, Σκωτία, η κοκκινωπή απόχρωση κυριαρχεί στους ανθρώπους και στα οικόσιτα ζώα) και οι καφεγκρίζες από την βορειοανατολική Ευρώπη και Ασία, όπου τα χρώματα της δασοκάλυψης είναι σκουρόχρωμα λόγω των διαφορετικών ειδών της χλωρίδας.

Αναπαραγωγή :
Η Μπεκάτσα αναπαράγεται στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη και Ασία, όπου η αυξημένη υγρασία τους καλοκαιρινούς μήνες στο έδαφος, εξασφαλίζει την απαραίτητη ποσότητα τροφής για την φυσιολογική ανάπτυξη των νεογνών. Στην Ελλάδα υπήρχαν ενδείξεις και σχετικές μαρτυρίες για περιστασιακή φωλεοποίηση, αλλά μόνο την περασμένη χρονιά, το 2003, έγινε η επίσημη ανακοίνωση από τους επιστημονικούς συνεργάτες της ΣΤ' ΚΟΜΑΘ, για διαπιστωμένη φωλεοποίηση τουλάχιστον δύο ζευγαριών στην βόρεια Ελλάδα και μάλιστα αρκετά νωρίς, στις αρχές Μαϊου φωτογραφήθηκαν δύο φωλιές με αυγά που είχαν ήδη εκκολαφθεί.
Μέσα στην περιοχή διασποράς, η περίοδος αναπαραγωγής της μπεκάτσας διαρκεί από το Μάρτιο μέχρι τον Αύγουστο. Η συνολική αυτή περίοδος, χωρίζεται διαδοχικά από τον Μάρτιο μέχρι τον Μάϊο από το νοτιοδυτικό σημείο προς τα βορειοανατολικά: Tα μέσα Μαρτίου στη Γαλλία, το τέλος Μαρτίου στη Μεγάλη Βρετανία και την Ιρλανδία, η αρχή Απριλίου στη Γερμανία, μέσα Απριλίου στη Δανία, το τέλος Απριλίου στη Σουηδία και η αρχή Μαϊου στη Φινλανδία και τη βορειοδυτική Ρωσία.

Δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ των φύλλων και η θηλυκιά είναι αυτή που διαλέγει τον τόπο φωλεοποίησης ενώ το αρσενικό μετά το ζευγάρωμα αναζητεί νέες..περιπέτειες. Το αρσενικό και το θηλυκό μένουν μόνο μαζί για 3 ή 4 ημέρες. Τα θηλυκά είναι έτοιμα για αναπαραγωγή στο πρώτο έτος ζωής τους. Η θηλυκιά διαλέγει ένα μικρό "ξέφωτο" στο δάσος και παραμένει συχνά ακίνητη ή με μικρά "αναπηδήματα" από το έδαφος κάνει γνωστή την παρουσία της στα αρσενικά της περιοχής. Από το Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο, το αρσενικό πετά γύρω από την ίδια περιοχή το σούρουπο και την αυγή. Σ' αυτές τις πτήσεις, το αρσενικό επιδίδεται σε επιδείξεις επιδεξιότητας στο πέταγμα, εκτελώντας πάνω από το ξέφωτο ανοδικές πτήσεις σχεδόν κάθετα και διάφορους ελιγμούς για να εντυπωσιάσει την μέλλουσα νύφη, ενώ συγχρόνως της "τραγουδάει" με την ιδιαίτερη και μοναδική φωνή της μπεκάτσας!!



Σε αυτή τη φάση του ζευγαρώματος γίνεται η καταμέτρηση από τους επιστημονικούς φορείς ή οργανισμούς. Καταμετρούνται τα αρσενικά της περιοχής που φαίνονται σε πτήσεις όταν ερωτοτροπούν, λόγω του οτι είναι σχεδόν απίθανο να διαπιστωθούν πόσες θηλυκιές παραμένουν στην περιοχή, χωρίς να ενοχληθούν στην φωλεοποίηση. Τα στοιχεία με τις εμφανίσεις των αρσενικών συγκρίνονται με τις άλλες χρονιές και βγαίνουν τα συμπεράσματα για την πληθυσμιακή κατάσταση των μπεκατσών κάθε περιοχής.
Κατά την περίοδο αυτή με το χαρακτηριστικό αυτό πέταγμα και το "κρώξιμο" των αρσενικών, παλιότερα στην βόρεια Ευρώπη (Γερμανία-Τσεχία κλπ) υπήρχε παράδοση ανοιξιάτικης κυνηγετικής περιόδου, στην διάρκεια της οποίας δυστυχώς σχεδόν "σφαγιάζονταν" τα περισσότερα αρσενικά που με την "επίδειξη" αυτή πάνω απ'τις κορφές των δέντρων, γίνονταν εύκολος στόχος στους κυνηγούς που έστηναν καρτέρι κοντά στα ξέφωτα του δάσους.




   


Οι φωλιές μπεκατσών είναι στο έδαφος. Την υπεράσπιση της φωλιάς έναντι των αρπάγων, εγγυάται μια πρόχειρη κατασκευή η οποία όμως μιμείται το έδαφος του περιβάλλοντος που κατοικεί. Η εύρεση μιας φωλιάς μπεκατσών είναι μια απολύτως τυχαία περίπτωση. Γεννά συνήθως 4 αυγά. Εάν η πρώτη φωλιά καταστραφεί, η μπεκάτσα μπορεί να φιάξει άμεσα μια άλλη. Η έναρξη δεύτερης φωλεοποίησης μετά από μια επιτυχή πρώτη εκκόλαψη δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ. Τουλάχιστον στο μέρος του πληθυσμού που έχει μελετηθεί εδώ (Γαλλία)


Mόνο το θηλυκό κάθεται στα αυγά. Η περίοδος επώασης είναι μεταξύ 21-22 ημερών. Κατά την διάρκεια όλου αυτού του διαστήματος, η μπεκάτσα είναι πολύ ευαίσθητη στην ενόχληση και δεν θα διστάσει να εγκαταλείψει την περιοχή φωλεοποίησης. Οι νεαρές μπεκάτσες είναι σε θέση να πετάξουν γύρω στην ηλικία των 15-20 ημερών, κατά την διάρκεια των οποίων η θηλυκιά αναλαμβάνει την παροχή τροφής. Οι απώλειες κατά τη διάρκεια της φάσης αναπαραγωγής υπολογίζονται σε 30%.


Οι γέννες της μπεκάτσας  από: http://www.enimerosi360.gr/

Η μπεκάτσα όταν ταξιδεύει… εκτίθεται. Οταν γεννά αβγά, όμως, χάνεται!

Φαίνεται περισσότερο καθώς κινείται λίγο-πολύ σε βασικές κατευθύνσεις αποδημίας, με μια σχετική πυκνότητα. Είτε κατεβαίνει προς τον Νότο είτε γυρίζει στον Βορά. Οταν κατασταλάζει στον Νότο, τον χειμώνα, απλώνεται σε μέρη που προτιμά, αλλά έχει μια κινητικότητα ανάλογα με τον καιρό. Οταν όμως επιστρέφει στον Βορρά για να γεννήσει χάνεται σε μια απεραντοσύνη υγρών δασών, ελών και αχανών βιοτόπων της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης και της Ρωσίας.
Οι γέννες της μπεκάτσας

Οι τόποι αυτοί που γέννησαν τους μύθους των καλικάντζαρων και των ξωτικών, χαρακτηρίζονται από απεραντοσύνη τέτοια, που είναι δύσκολο να την κατανοήσει ο κυνηγός του Νότου που γενικά κινείται σε πιο περιορισμένες συστάδες. Εκεί η μπεκάτσα περιβάλλεται ακόμα με μεγαλύτερη αίσθηση μυστηρίου, καθώς οι αναπαραγωγικές της συνήθειες με τη μυστηριακή συμπεριφορά της έχουν ερεθίσει τη φαντασία των κυνηγών αυτών των χωρών.
Είναι αλήθεια πως όποιες παρατηρήσεις υπήρχαν προέρχονταν κυρίως από τους θηροφύλακες γαλλικών και αγγλικών κτημάτων, που η μπεκάτσα ενδημεί και γεννά. Μόλις τη δεκαετία του 2000 με τηλεπαρακολούθηση καταφέραμε να διαπιστώσουμε αποδεδειγμένες αλήθειες για το ζευγάρωμα και τα αναπαραγωγικά ήθη της μπεκάτσας. Μέχρι τότε πιστεύαμε ότι είναι μονογαμική και ότι στη φωλεοποίηση συμμετέχουν και τα δύο φύλα.
Η αναπαραγωγική της συμπεριφορά αρχίζει με το «κρουλ». Το επιδεικτικό πέταγμα του αρσενικού στα ξέφωτα του δάσους, που αναζητά τη διαθέσιμη θηλυκή που τον περιμένει. Ο αρσενικός πετώντας γουργουρίζει έναν ήχο διαπεραστικό, παρατεταμένο σαν χαλασμένο ρουλεμάν, με διακεκομμένα «σβιτ σβιτ», διόλου ρομαντικό, και πετώντας κάνει κύκλους στην κοιλάδα που έχει επιλέξει. Οι γύροι φτάνουν στα δύο-τρία χιλιόμετρα σε διάμετρο. Αλλά όλη του η αναπαραγωγική περιοχή φτάνει τα 100 εκτάρια. Αυτή η συνήθεια ονομάζεται «roding» και δεν έχει ακριβή μετάφραση. Μπορεί να διαρκεί μέχρι και δύο ώρες γύρω στο σούρουπο, αλλά συνήθως κρατά 20 - 30 λεπτά. Δεν αποτελεί χώρο αποκλειστικό του κάθε αρσενικού, δεν είναι «χωροκράτεια» όπως περιγράφεται από τους ειδικούς.

Οι γέννες της μπεκάτσας

Σχέση 5 ημερών

Στον Βορρά το πέταγμα της αρσενικής μπεκάτσας είναι ένας τρόπος καταμέτρησης του αριθμού των αναπαραγωγικών ζευγαριών, ένα θέαμα για τους φυσιολάτρες και ένας τρόπος... κυνηγιού που σχεδόν τείνει σε κατάργηση. Οι Λάπωνες παραπονέθηκαν σφόδρα για την κατάργηση του ανοιξιάτικου κυνηγιού της μπεκάτσας, με την επιχειρηματολογία ότι μετά από τόσους χειμωνιάτικους μήνες συντηρημένης τροφής έχουν ανάγκη κάτι φρέσκο!
Αλλά οι γραφειοκράτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης τους αγνόησαν! Κυρίως λόγω της επιδεικτικής άγνοιας των αναγκών της περιφέρειας. -Αλλά έστω και χωρίς πρόθεση, ας μείνει και κάτι παραπάνω σε μπεκάτσες... εις όφελος του ταλαίπωρου Νότου!

Αποδεδειγμένες αλήθειες για το ζευγάρωμα και τα αναπαραγωγικά ήθη της μπεκάτσας.

Αποδεδειγμένες αλήθειες για το ζευγάρωμα και τα αναπαραγωγικά ήθη της μπεκάτσας.
Στη διάρκεια του «κρουλ» η θηλυκή μπεκάτσα βγαίνει σε ξέφωτα και απολαμβάνει την επιδεικτική πτήση του αρσενικού. Αν αποφασίσει πως η… καντάδα του είναι επαρκώς συγκινητική, και το πέταγμα αρκετά τσαχπίνικο, τότε με σήμα τις άσπρες άκρες των φτερών της ουράς της, τον καλεί και ζευγαρώνει.
Ο αρσενικός μπορεί να μείνει μαζί της μέχρι και πέντε ημέρες, αλλά όχι περισσότερο. Μετά κινείται σε αναζήτηση νέας συντρόφου. Συχνά όμως η «σχέση» κρατά ελάχιστα, και μετά το ζευγάρωμα το αρσενικό ξαναπετά αμέσως. Αυτό που η επιστήμη δεν έχει καταφέρει να κατανοήσει παρά μόνο με έμμεσες μετρήσεις είναι αν αυτές οι σύντομες συναντήσεις ή η πιο μόνιμες των πέντε ημερών είναι οι καθοριστικές ή όχι για το ζευγάρωμα.

Αποδεδειγμένες αλήθειες για το ζευγάρωμα και τα αναπαραγωγικά ήθη της μπεκάτσας.

Αποδεδειγμένες αλήθειες για το ζευγάρωμα και τα αναπαραγωγικά ήθη της μπεκάτσας.
Αν πάλι της είναι αδιάφορος ή δεν κινείται κάποιο ενδιαφέρον αρσενικό στην κοιλάδα, τότε η θηλυκή μπεκάτσα μπορεί να σηκωθεί και να πετάξει σε άλλη κοιλάδα σε απόσταση μέχρι δέκα χιλιόμετρα, το ίδιο βράδυ.
Οι μπεκάτσες δεν σχηματίζουν συζυγικά ζευγάρια. Τα αρσενικά δεν είναι διεκδικητικά προς τις θηλυκές, δεν τσακώνονται μεταξύ τους, δεν δημιουργούν ζευγάρια, και μπορεί να ζευγαρώσουν και με περισσότερες θηλυκές το ίδιο βράδυ.

Το πιο ενδιαφέρον είναι πως έχουν παρατηρηθεί μπεκάτσες που κλωσάνε δεύτερη φωλιά.

Το πιο ενδιαφέρον είναι πως έχουν παρατηρηθεί μπεκάτσες που κλωσάνε δεύτερη φωλιά.
Τα ώριμα κυρίαρχα αρσενικά περιπλανώνται περισσότερο, τα περσινά ανώριμα αρσενικά μπορεί να μην πετάξουν καθόλου. Εχει αρσενικά που θα μείνουν απλοί... παρατηρητές την πρώτη χρονιά. Οι ακτίνες περιπλάνησης των αρσενικών μπορούν να επικαλύπτονται, να πετούν δηλαδή στην ίδια περιοχή, την ίδια ώρα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις θηλυκές, που μπορεί να δεχτούν περισσότερους αρσενικούς σε ένα βράδυ. Η συμπεριφορά αυτή έχει τεκμηριωθεί τα τελευταία μόλις χρόνια.
Τα θηλυκά και τα ώριμα και τα ανώριμα περσινά πουλιά θα ζευγαρώσουν και θα φωλεοποιήσουν με την ίδια συχνότητα και επιτυχία. Αν για κάποιο λόγο χαθεί η φωλιά, τότε αμέσως θα ξαναζευγαρώσουν μέσα σε 36 ώρες.

Οι γέννες της μπεκάτσας

Η θηλυκή θα επιλέξει μια περιοχή και θα φτιάξει μια απλή φωλιά πάνω στα χαμόκλαδα, όπου γεννά τέσσερα αβγά. Επωάζει μόνη της για περίπου 25 ημέρες. Στην ευρύτερη περιοχή της Ρωσίας η φωλεοποίηση και η επώαση γίνεται ανάμεσα στις 20 Μαΐου και στις 20 Ιουνίου.
Η επώαση στα μέσα Ιουνίου φέρνει στον κόσμο τέσσερα παρδαλά μπεκατσάκια, που ακολουθούν άμεσα την κλώσα με μάλλον άχαρη κινητικότητα. Η μαμά μπεκάτσα θα μείνει με τα πουλιά της για έναν μήνα περίπου. Στις είκοσι μέρες πετάνε κανονικά, σε άλλες δέκα έχουν αυτονομηθεί πλήρως. Δεν γνωρίζουμε αν συνεχίζουν να έχουν σχέσεις ή αν πετάνε μαζί στη φθινοπωρινή αποδημία. Αυτό το κεφάλαιο είναι τελείως σκοτεινό.

Τα κλωσόπουλα...
Εχουν γραφτεί πολλές σελίδες για το αν η στοργική… και άγαμος μητέρα μπεκάτσα [χωρίς σύζυγο δηλαδή] όταν αντιμετωπίζει κίνδυνο μεταφέρει τα κλωσόπουλα. Είναι δύσκολο να δώσει κανείς σαφή απάντηση, αλλά έτσι και αλλιώς υπάρχουν καταπληκτικές λιθογραφίες και αναπαραστάσεις που το απεικονίζουν. Αυτό που είναι πιο ενδιαφέρον, είναι πως έχουν παρατηρηθεί μπεκάτσες που κλωσάνε δεύτερη φωλιά, όταν ακόμα έχουν κλωσόπουλα γύρω τους. Εχουν υπάρξει και φωτογραφίες τέτοιων πουλιών. Η περίοδος αυτή είναι η πιο σημαντική για την επερχόμενη χρονιά. Αν οι γέννες δεν πάνε καλά η αναλογία νέων και παλαιών πουλιών [4/2] διαταράσσεται και η χρονιά μπορεί να είναι απογοητευτική.
Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που οι γέννες μπορεί να μην είναι καλές. Πολλή ξηρασία με πυρκαγιές ή αντίθετα πλημμύρες ανοιξιάτικες. Τα απέραντα δάση του Βορρά όταν καίγονται παίρνει φωτιά το οργανικό υπόστρωμα και η φωτιά «βόσκει» στο έδαφος, φουντώνοντας εδώ και εκεί δημιουργώντας συνθήκες ασφυκτικές και καταστροφικές κυρίως για τα έντομα και τα σκουλήκια που αποτελούν την κύρια τροφή των κλωσόπουλων.
Αντίστοιχα οι μαζικές πλημμύρες, που είναι υπαρκτό φαινόμενο την άνοιξη στις χώρες αυτές, μπορούν να καταστρέψουν όλη τη νέα γενιά πουλιών. Αυτές οι χώρες που είναι μάλιστα σε σημαντικό βαθμό επίπεδες, δεν έχουν σημεία…σωτηρίας στα δάση τους. Πολλές μελέτες έχουν γίνει στη Βόρεια Ισπανία (προς τιμήν των Ισπανών) και στη Γαλλία για την επιβίωση των ντόπιων πουλιών ετησίως.
Αυτό που φαίνεται να αποτελεί πραγματικότητα, είναι πως ο μεγάλος αριθμός οπληφόρων ζώων και κυρίως ο αριθμός των αγριογούρουνων λειτουργεί εις βάρος του αριθμού της μπεκάτσας. Η αναπαραγωγική περίοδος της μπεκάτσας είναι μια εξίσου σαγηνευτική και μυστήρια περίοδος της ζωής της όσο είναι και η απρόσμενη εμφάνισή της στα δικά μας δάση το φθινόπωρο. Είναι το πάθος για τη «βασίλισσα» που τροφοδοτεί την προσπάθεια ολόκληρων επιστημονικών κύκλων από την Ισπανία μέχρι τη μακρινή Ρωσία, να διερευνήσουν τις απρόβλεπτες και μυστήριες φάσεις της ζωής της.

ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΑΤΕ;
Παράδοξα οι ευρωπαϊκές αρσενικές μπεκάτσες πετούν λιγότερο σε αναζήτηση θηλυκών, ενώ οι ρώσικες είναι πιο... ερωτιάρες και πετούν αρκετά περισσότερο μέχρι και δυόμισι ώρες! Φαίνεται πως τις επηρεάζει το γεωγραφικό πλάτος και το φως, αλλά και πάλι... ποιος ξέρει;
Νίκος Κράλλης
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Νίκος Κράλλης
Γενικές παρατηρήσεις - Διασπορά - Μετανάστευση:

Πτηνό μοναδικό, πολύτιμο, η βασίλισσα του δάσους, με χρώμα τέλειας παραλαγής, τεράστια μάτια, (Βελουδομάτα) και λειτουργική μύτη.
Το κυνήγι της είναι γεμάτο από απρόοπτες καταστάσεις και ποτέ ίδιες. Ο κυνηγός δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα την βρει εκεί που η λογική του λέει ότι θα είναι, ποτέ δύο φέρμες δεν γίνονται σε ίδιες συνθήκες. Οι τρόποι άμυνας της αλλάζουν συνεχώς όπως και η συμπεριφορά της.
Ζεί και αναπαράγεται στην Κεντρική, Bόρεια Ευρώπη και Ασία. Μεταναστεύει από ένστικτο νοτιότερα το χειμώνα σε ηπιότερα κλίματα. Η διάρκεια της μετανάστευσης είναι σχετικά μια μακρά περίοδος (περίπου 1,5- 2 μήνες) και σε ένα ευρύ γεωγραφικό μέτωπο χωρίς ακριβείς διαδρόμους μετανάστευσης, εκτός από τις περιοχές παράκαμψης πολύ υψηλών βουνών.

Το Φθινόπωρο η μετανάστευση αρχίζει στο τέλος του Σεπτεμβρίου - αρχή Οκτωβρίου για τα πουλιά που κατοικούν στη Βόρεια και την Aνατολική Ευρώπη (Φινλανδία, Ρωσία). Η γενική μεταναστευτική μετακίνηση πραγματοποιείται τον Οκτώβριο και Nέμβριο.
Την άνοιξη η μετακίνηση προς Βορρά, αρχίζει στο τέλος Φεβρουαρίου αρχές Μαρτίου. Στα πιό απομακρυσμένα εδάφη αναπαραγωγής φτάνουν στο τέλος του Μαρτίου στη Φινλανδία και στην αρχή του Μαϊου στη Ρωσία. Η πλειοψηφία των μπεκατσών επιστρέφει για αναπαραγωγή στην περιοχή όπου γεννήθηκαν.
Οι στρατηγικές μετανάστευσης διαφέρουν ανάλογα με την προέλευση της μπεκάτσας. Οι μπεκάτσες που προέρχονται από τα πιό βορεινά και ανατολικά εδάφη (μακριά μετανάστευση), διαχειμάζουν στις νοτιότερες και δυτικότερες περιοχές της ζώνης διαχείμασης. Αντίθετα, τελείως διαφορετική είναι η περίπτωση των πουλιών που γεννήθηκαν στη Γαλλία ή τη Μεγάλη Βρετανία, παραδείγματος χάριν, τα οποία είναι σχεδόν μη-μεταναστευτικά.




Οι ακρότητες στην μετανάστευση, όσον αφορά τις περιοχές διαχείμασης, είναι τόσο μακριά, όσο είναι η ιδιαίτερη τάση του πουλιού για μια μακριά μετανάστευση. Οι μπεκάτσες της Φινλανδίας παραδείγματος χάριν, διαχειμάζουν στα Βρετανικά νησιά, στην Νότια Γαλλία, την Ισπανία και στη βόρεια Αφρική. Ενώ η πλειοψηφία των πουλιών που προέρχονται από την δυτική Ρωσία, διαχειμάζουν στην δυτική Τουρκία, στην Ελλάδα, στην Μέση Ανατολή και στις ακτές της βόρειας Αφρικής.
Ο ερχομός της στην Ελλάδα είναι εξαρτώμενος από τις καιρικές συνθήκες και τη θερμοκρασία. Στην πατρίδα μας έρχεται μετά τις 10-15 Οκτωβρίου και μένει μέχρι τον Μάρτιο με διάφορες μετατοπίσεις αναλόγως του καιρού.
Τον Οκτώβρη, θα την βρούμε ψηλά, πάνω από 1000μ υψόμετρο, σε ανήλιες πλαγιές με υγρό υπόστρωμα, μέσα στα δάση κατσανιάς, οξιάς και πολλές φορές με νοτιάδες πιο ψηλά, κοντά στην αλπική ζώνη, στις φτέρες και στους χαμηλούς θάμνους.
Αργότερα, όταν τα πρώτα χιόνια ασπρίζουν τις κορφές των βουνών και την νύχτα οι χαμηλές θερμοκρασίες παγώνουν το έδαφος, τα πουλιά αναγκάζονται να μετακινηθούν μαζικά σε χαμηλότερα μέρη και νοτιότερα κλίματα, σε αναζήτηση μαλακού χώματος για...σκάψιμο και τροφή.

Έχει παρατηρηθεί ότι μετακινείται προς την χώρα μας σε δύο κύριες περιόδους. Η πρώτη είναι το δεύτερο 15ημερο του Οκτώβρη, φτάνει έως τα νησιά και είναι ανεξάρτητη από καιρικές συνθήκες. Και η δεύτερη μετακίνηση προς νοτιότερα και θερμότερα κλίματα, συμβαίνει προς το τέλος του Νοέμβρη, αρχές του Δεκεμβρίου και ο αριθμός των πουλιών που μετακινούνται, εξαρτάται πολύ από τον καιρό.

Αυτό το πονηρό πουλί, το τόσο δυσεύρετο και μυστηριώδες, έχει μια ημερήσια μετακίνηση που ακολουθεί πιστά καθημερινά και που έχει αποδειχθεί ολέθρια για το είδος της. Αργά τις απογευματινές ώρες και μετά την δύση του ηλίου λίγο πριν σκοτεινιάσει καλά, αφήνουν την σιγουριά του δάσους και του βουνού και πετούν προς τον πλησιέστερο κάμπο ή χωράφι για αναζήτηση τροφής. Εκεί θα παραμείνουν όλη την νύχτα βοσκόντας , για να ξαναγυρίσουν πριν την αυγή στο δάσος, ακολουθώντας την ίδια ανόητη τακτική. Όλη η μετακίνηση έχει τελειώσει σε 15-20 λεπτά και φυσικά ο άνθρωπος -λαθροθήρας έχει παρατηρήσει αυτήν την μαζική έξοδο από τα δάση και την περιμένει στους πρόποδες των βουνών, εκεί που οι πλαγιές καταλήγουν στα χωράφια, και άνανδρα την πυροβολούν στο μισοσκόταδο, όταν η περίεργη φιγούρα του όμορφου πουλιού μόλις διαγράφεται φτερουγίζοντας στον ορίζοντα! Αν και έχει απαγορευθεί από χρόνια αυτό το καρτέρι, είναι πολύ διαδεδομένο σε όλη την Ελλάδα και είναι σύνηθες φαινόμενο τον χειμώνα, η θέα οπλοφόρων να περιμένουν στο μισοσκόταδο να την δολοφονήσουν.


Πληροφορίες για τη μετανάστευση: ΕΔΩ






Η διαχείριση της μπεκάτσας

Του Απόστολου Αποστολάτου

Έχουμε μιλήσει και στο παρελθόν για το πολύ χρήσιμο και ενδιαφέρον πείραμα που πραγματοποιείται από το 1995 στο δάσος Beffou στη Γαλλία, που μετατράπηκε σε ρεζέρβα για τη μπεκάτσα και για τις μελέτες αυτού του είδους.
Διαχειριστές και πρωταγωνιστές αυτού του μακροπρόθεσμου εγχειρήματος είναι οι ίδιοι οι μπεκατσοκυνηγοί, κάτι που θα μας άρεσε να υιοθετηθεί και από τη χώρα μας. Γι αυτό ακριβώς το λόγο παραθέτουμε και τη μελέτη που ακολουθεί, για να δούμε ότι με λίγη καλή θέληση μπορούν να γίνουν πολύ σημαντικά πράγματα, τα οποία θα βοηθήσουν τη μπεκάτσα και θα επιτρέψουν σ’ ένα μεγαλύτερο αριθμό πουλιών να διαχειμάζει στη χώρα μας.

Το 1995 λοιπόν η Ομοσπονδία κυνηγών της Cotes D’ Amor, μαζί με την ανώτερη εθνική σχολή αγρονομίας του Rennes, πραγματοποίησε μια μελέτη για την κατάσταση των περιοχών.
Σκοπός αυτής της εργασίας ήταν να προσφέρουν στο Εθνικό Γραφείο Δασών, διαχειριστή της περιοχής, προβλέψεις για μια δασική διαχείριση, η οποία λαμβάνει υπόψη της την προστασία της χλωρίδας και της πανίδας. Την επόμενη χρονιά υπεγράφη μια σύμβαση μεταξύ του Γενικού Συμβουλίου των Cotes D’ Amor και της Ομοσπονδίας των Κυνηγών για τη μελέτη των μπεκατσών. Η σύμβαση βασίζεται στην «εκτίμηση των ατόμων που διαχειμάζουν και την κατανομή τους στον συγκεκριμένο χώρο».
Από το 1996 κάθε χειμώνα πραγματοποιήθηκαν έλεγχοι με σκύλους φέρμας, για να μελετηθούν οι μεταβολές των θηραμάτων που διαχειμάζουν, καθώς και για να εξακριβωθεί η τυπολογία, το περιβάλλον και η αφοσίωση των αποδημητικών στις ζώνες διαχείμασης.
Το 1996, η Ομοσπονδία είχε προβλέψει ότι ήταν απαραίτητα χρόνια δουλειάς για να εξασφαλίσουν αξιόπιστα νούμερα και να προαπεικονίσουν μια πολιτική δασικής μακροπρόθεσμης διαχείρισης.

Το μεικτό δάσος του Beffou
Το δάσος του Beffou παρουσιάζει ένα αναμφισβήτητο οικολογικό ενδιαφέρον, αφού βρίσκεται μακριά από τουριστικές επιρροές, οι οποίες παρατηρούνται στα παράλια του Μπρετόν. Τοποθετημένο στο κέντρο της Βρετάνης, ο όγκος του Beffou είναι ένα δάσος, το οποίο αποτελείται από βελανιδιές, οξιές και πουρνάρια. Αρχαία ιδιοκτησία των Δουκών της Βρετάνης και των Κόντε του Penthievre, το δάσος είναι εφοδιασμένο με ένα βιότοπο, ο οποίος από μόνος του είναι ευνοϊκός για τη μπεκάτσα. Σ’ αυτό συμβιώνουν δάση φυλλοβόλων, με μια υπεροχή βελανιδιών και οξιών και διάφορους τύπους κωνοφόρων. Πρόκειται εξάλλου για ένα δάσος, το οποίο βρίσκεται σε συνεχή μεταβολή εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Πράγματι, μετά τον κυκλώνα του 1987, το ¼ του δάσους αποκαταστάθηκε, χρησιμοποιώντας κυρίως φυλλοβόλα. Τα δέντρα μικρότερα των 15 ετών αντιπροσωπεύουν πάνω του 1/3 του δάσους. Τα επόμενα χρόνια, αυτά τα δέντρα θα φτάσουν το ύψος των 7 – 8 μέτρων.
Η χλωρίδα του δάσους του Beffou αξιολογείται σήμερα ως εξής: 52% φυλλοβόλα (90% οξιές, 10% βελανιδιές), 32% κωνοφόρα, 16% δάση περιοδικά υλοτομούμενα. Θεωρητικά το ιδανικό περιβάλλον της μπεκάτσας θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται από την παρουσία φυλλοβόλων που αφήνουν αρκετά ελεύθερο το έδαφος και μεταξύ τους παρεμβάλλονται ξέφωτα με μαλακό έδαφος, αλλά όχι βαλτώδες. Οι μπεκάτσες προτιμούν ιδιαίτερα δάση ηλικίας περίπου 15 χρονών, με ένα μέσο όρο ύψους 8 μέτρων και μια πυκνότητα 2.000 δέντρων ανά εκτάριο.
Η ανάμειξη κωνοφόρων – φυλλοβόλων αντιπροσωπεύει ένα ευνοϊκό παράγοντα, ενώ η παρουσία ξέφωτων, πλούσιων σε βοσκή, προσφέρει νυχτερινή τροφή στις μπεκάτσες.
Η δουλειά που γίνεται από την Ομοσπονδία των Κυνηγών είναι σημαντική, διότι σκοπεύει να περάσει από τη θεωρία στην πράξη, προσφέροντας αδιαμφισβήτητους αριθμούς, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον διαχειριστή της τοποθεσίας, το Εθνικό Γραφείο Δασών, ώστε να υιοθετηθούν δασικά μέτρα, ευνοϊκά για την μπεκάτσα.

Αριθμοί
Από το 1995, αρκετές φορές το χρόνο, την περίοδο Δεκεμβρίου – Ιανουαρίου, πραγματοποιήθηκαν επανειλημμένες καταμετρήσεις με σκύλους φέρμας.
Γι αυτό το σκοπό ο δασικός όγκος διαιρέθηκε σε 7 τομείς, μεγέθους μεταξύ 64 και 116 εκταρίων (1 εκτάριο ισούται με δέκα στρέμματα).
Ομάδες αποτελούμενες από δύο ή τρεις κυνηγούς, ερευνούν κάθε τομέα για τρεις ώρες. Κάθε επαφή με το θήραμα καταγράφεται σε μια κάρτα που αντιπροσωπεύει την τυπολογία της βλάστησης. Τα δεδομένα συγκρίνονται με την κάλυψη της βλάστησης και γίνονται διασταυρούμενες μελέτες μεταξύ της πυκνότητας των μπεκατσών, τη φυσιογνωμία και τη δομή του δάσους.
Οι παρουσίες που καταγράφηκαν το χειμώνα του ’94 – ’95 αποδείχτηκαν πιο χαμηλές από τις προβλέψεις: 221 επαφές πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια τριών εξόδων, μ’ ένα μέσο όρο 73 μπεκατσών ανά έξοδο.
Ακολουθούν τα δεδομένα για τους επόμενους χειμώνες:
- 1996 – 1997: 291 επαφές στη διάρκεια 4 εξόδων, δηλαδή μέσος όρος 72 μπεκατσών ανά έξοδο.
- 1997 – 1998: 521 επαφές σε 8 εξόδους, δηλαδή μέσος όρος 65 μπεκατσών ανά έξοδο.
- 1998 – 1999: 638 επαφές σε 8 εξόδους, δηλαδή μέσος όρος 79 μπεκατσών ανά έξοδο.
- 1999 – 2000: 590 επαφές σε 8 εξόδους, δηλαδή μέσος όρος 73 μπεκατσών ανά έξοδο.
- 2000 – 2001: 456 επαφές σε 8 εξόδους, δηλαδή μέσος όρος 57 μπεκατσών ανά έξοδο.
- 2001 – 2002: 337 επαφές σε 4 εξόδους, δηλαδή μέσος όρος 84 μπεκατσών ανά έξοδο.
- 2002 – 2003: 306 επαφές σε 4 εξόδους, δηλαδή μέσος όρος 76 μπεκατσών ανά έξοδο.
- 2003 – 2004: 364 επαφές σε 4 εξόδους, δηλαδή μέσος όρος 91 μπεκατσών ανά έξοδο.

Η διασπορά των θηραμάτων
Οι ετήσιες διαφοροποιήσεις του κυνηγετικού δείκτη αφθονίας είναι ανάλογες με τις πυκνότητες που διαπιστώθηκαν.
Μετά 9 χρόνια μελετών, τ’ αποτελέσματα δείχνουν μία σχετική σταθερότητα μεταξύ 1994 – 1995 και 1999 – 2000. έπειτα μία μείωση στη διαχείμαση της περιόδου 2000 – 2001, ακολουθούμενη από μία εξαιρετική ανάκαμψη το 2001 – 2002.
Τα αποτελέσματα δείχνουν εμφαντικές διαφορές μεταξύ αυτών των δύο τελευταίων ετών: το χειμώνα 2000 – 2001 παρουσιάζει μια μέση πυκνότητα 57 θηραμάτων ανά έξοδο, ενώ τον επόμενο χειμώνα η πυκνότητα φτάνει 84 θηράματα ανά έξοδο.
Η μελέτη αποκαλύπτει σε κάθε περίπτωση μία συνολικά θετική εξέλιξη, διότι η μέση πυκνότητα για 100 εκτάρια δάσους πέρασε από 15,68 τον χειμώνα του 1994 – 1995 σε 16,1 το 2003 – 2004. Αυτή η τάση επιτρέπει στην Ομοσπονδία των κυνηγών των Cotes D’ Amor να δικαιολογήσουν τόσο την εργασία τους όσο και ότι το δάσος έγινε πάρκο. Από τα δεδομένα της διασποράς των θηραμάτων στον δασικό όγκο, μπορούμε να εξάγουμε ένα άλλο σημαντικό συμπέρασμα.
Το 1995 – 1996 η μέση πυκνότητα των μπεκατσών για 100 εκτάρια δάσους διαφοροποιούνταν, ανάλογα με τους τομείς από 4,9 σε 23,6 θηράματα ανά 100 εκτάρια δάσους.
Το 1997 – 1998, η πυκνότητα διαφοροποιούνταν από 7,38 σε 21,25 θηράματα κάθε 100 εκτάρια δάσους, με ένα μέσο όρο 13,8 θηράματα ανά 100 εκτάρια. Με το πέρασμα των χρόνων, οι πυκνότητες έγιναν πιο ομοιογενείς.
Το 2003 – 2004 κυμαίνονταν από 9,52 σε 22,82 θηράματα ανά 100 θηράματα δάσους, με μέσο όρο 15,68 άτομα ανά 100 εκτάρια δάσους. Πολύ πιθανόν αυτή η αύξηση πυκνότητας να οφείλεται στη γήρανση των νεαρών φυτειών, που χρονολογούνται από το 1988 – 1989. Από τις καταμετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν, προκύπτει ότι το θήραμα «δένεται» τόσο με τους τόπους, όσο με συγκεκριμένους τύπους βλάστησης και από τη μια χρονιά στην άλλη μπορεί ν’ αλλάζει η ζώνη τους στο εσωτερικό του δάσους.
Το 1998 – 1999, για παράδειγμα, οι δυο τομείς με τη μεγαλύτερη πυκνότητα ήταν ο 7 και ο 4, οι οποίοι είχαν αντίστοιχα πυκνότητα 19,8 και 18,1 θηράματα κάθε 100 εκτάρια δάσους…, δηλαδή δύο φορές περισσότερο σε σχέση με τους τομείς 3 και 6, όπου η μέση πυκνότητα υπήρξε 9,3 και 9,5.
Τον επόμενο χρόνο ο τομέας 7 εξακολουθούσε να είναι αυτός με τις περισσότερες προτιμήσεις, με μια μέση πυκνότητα 17,35 μπεκατσών ανά 100 εκτάρια δάσους και ο τομέας 3, ο λιγότερο εκτιμημένος, με 8,51 θηράματα κατά μέσο όρο.
Κατά τη διάρκεια του χειμώνα 2001 – 2002 διαπιστώθηκε ξανά η δυνατή έλξη του τομέα 7, με 16,3 θηράματα για 100 εκτάρια δάσους, αλλά απρόσμενα ο τομέας 3 έφτασε στην ομάδα της κεφαλής με μια μέση πυκνότητα 15,21 θηραμάτων.
Οι τελευταίοι αριθμοί στο δάσος του Beffou επιβεβαιώνουν τη φιλοξενία αυτού του τομέα, με μια μέση πυκνότητα 14,70 θηραμάτων. Ακόμα και ο τομέας 4 προκύπτει ενδυναμωμένος, με μια μέση πυκνότητα 19,68 θηραμάτων.
Αλλά το πιο σημαντικό συμπέρασμα προέρχεται από τον τομέα 3. Πρόκειται για μία μοναδική περίπτωση: οι νεαρές φυτείες φυλλοβόλων - αρχικά αρνητικών για το θήραμα - καθάρισαν σιγά – σιγά μετατρεπόμενες έτσι σε ιδανικό περιβάλλον για τις μπεκάτσες, οι οποίες εγκαθίστανται με απόλυτη ηρεμία.
Η τελευταία καταμέτρηση επιβεβαιώνει αυτή την παρατήρηση: ο τομέας παρουσιάζει την μεγαλύτερη πυκνότητα που έχει καταγραφεί, 22,82 θηράματα ανά 100 εκτάρια δάσους. Πράγματι, έγιναν λίγες επαφές στις νεαρές φυτείες που είναι πολύ πυκνές, όπου οι κίνδυνοι αρπαγής είναι μεγαλύτεροι. Γερνώντας, αυτές οι φυτείες αλλάζουν φυσιογνωμία, γίνονται πιο ανοιχτές και συνέπεια πιο ευνοϊκές στις μπεκάτσες.
Η κινητικότητα του είδους στο εσωτερικό του δάσους είναι χωρίς αμφιβολία ένα ενδιαφέρον φαινόμενο. Φαίνεται πράγματι ότι οι μετακινήσεις οφείλονται στη φυσιογνωμία της κάλυψης από τη βλάστηση, όπως και στη φύση και την υγρομετρία του εδάφους. Η κίνηση των θηραμάτων μπορεί να εξηγηθεί και με τις κλιματολογικές συνθήκες. Κατά τη διάρκεια ενός χειμώνα ξηρού και δριμύ, όπως εκείνος του 1996 – 1997, οι μπεκάτσες μετακινούνται προς τις υγρές ζώνες. Η υγρασία του εδάφους καθορίζει πράγματι την πλουσιότητα και την αφθονία ασπόνδυλων, η οποία επηρεάζει άμεσα την εγκατάσταση του θηράματος σε κάποιες περιοχές.
Οι καταμετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο δάσος του Beffou υποδεικνύουν ξεκάθαρα τις οικολογικές προτιμήσεις της μπεκάτσας. Οι τελευταίες υπολογίστηκαν συγκρίνοντας το νούμερο των θηραμάτων που βρέθηκαν για κάθε τύπο βλάστησης. Ιδού η σειρά κατάταξης των πιο αγαπητών περιβαλλόντων: οξιές μεικτές με βελανιδιές, οξιές, διάφορα είδη φυλλοβόλων, κωνοφόρα. Η κατάταξη επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι και στο Beffou οι μπεκάτσες προτιμούν τις νεαρές οξιές από μια δασική κάλυψη μεικτή πλούσια σε κωνοφόρα.
Βέβαια, το Beffou είναι κατά 2/3 αποτελούμενο από οξιές, αλλά αυτά τα δέντρα έχουν την ιδιαιτερότητα, γερνώντας, να περιορίζουν τη θαμνώδη βλάστηση, η οποία εκτιμάται πάρα πολύ από τις μπεκάτσες. Υπάρχει συνεπώς ο κίνδυνος σε λίγες δεκαετίες το δάσος του Beffou να μην αποτελεί πια ένα ιδανικό βιότοπο για το είδος, εκτός κι αν υπάρξουν λογικές επεμβάσεις προς αυτή την κατεύθυνση και ξαναφυτεύοντας νεαρά δέντρα. Πράγματι, ελλείψει μιας τέτοιας παρέμβασης, η ικανότητα φιλοξενίας του δάσους θα μπορούσε να μη βελτιωθεί.
Η μελέτη αυτή λοιπόν φαίνεται εξαιρετικά σημαντική για την βελτίωση της γνώσης που αφορά τη βιολογία και τη διαχείριση του είδους, για την προστασία των αναπαραγωγώγ και για την προστασία της αύξησης του διαχειμάζοντα πληθυσμού. Είναι συνεπώς απαραίτητο να συνεχιστεί η μελέτη των πληθυσμών των μπεκατσών για αρκετά χρόνια, ούτως ώστε να υπάρξει μια σωστή διαχείριση των τοποθεσιών και να διατηρηθεί μια καλή πυκνότητα μπεκατσών.

ΜΟΤΟ
Από τις καταμετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν, προκύπτει ότι το θήραμα «δένεται» τόσο με τους τόπους, όσο με συγκεκριμένους τύπους βλάστησης και από τη μια χρονιά στην άλλη μπορεί ν’ αλλάζει η ζώνη τους στο εσωτερικό του δάσους.

Φαίνεται πράγματι ότι οι μετακινήσεις οφείλονται στη φυσιογνωμία της κάλυψης από τη βλάστηση, όπως και στη φύση και την υγρομετρία του εδάφους. Η κίνηση των θηραμάτων μπορεί να εξηγηθεί και με τις κλιματολογικές συνθήκες. Κατά τη διάρκεια ενός χειμώνα ξηρού και δριμύ, όπως εκείνου του 1996 – 1997, οι μπεκάτσες μετακινούνται προς τις υγρές ζώνες. Η υγρασία του εδάφους καθορίζει πράγματι την πλουσιότητα και την αφθονία ασπόνδυλων, η οποία επηρεάζει άμεσα την εγκατάσταση του θηράματος σε κάποιες περιοχές.





Το Κυνήγι:
                                                       
Το κυνήγι της επιτρέπεται από τις 15 Σεπτεμβρίου μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου. Είναι το πλέον δημοφιλές θήραμα στη χώρα μας, σύμφωνα με τα στατιστικά δελτία του προγράμματος "ΑΡΤΕΜΙΣ". Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μια ελάττωση του πληθυσμού της σε Πανευρωπαϊκό επίπεδο, παρ'όλα αυτά το ενδιαφέρον για το κυνήγι της και ο αριθμός των κυνηγών που ασχολούνται με αυτό το υπέροχο πουλί παραμένουν αμείωτα.

Οι πρώτες μπεκάτσες φτάνουν στην Ελλάδα στα μέσα Οκτώβρη. Είναι συνήθως νεαρά πουλιά που μετακινούνται νοτιότερα από τους τόπους αναπαραγωγής, άσχετα με τις καιρικές συνθήκες και την θερμοκρασία. Το κύμα αυτό των πουλιών διασκορπίζεται σε όλη την Ελλάδα και φτάνει έως τα νησιά, διαλέγοντας προσωρινά προσφιλείς τοποθεσίες που κρατούν υγρασία από νερά πρώιμων βροχών, ή σε ρέμματα που τρέχουν όλο το χρόνο ή σε ποτιστικές καλλιέργειες. Θα την βρούμε συχνά σε χωράφια με λαχανικά ή σε δενδρότοπους οπωροφόρων που ποτίζονται, γιατί αυτοί οι τόποι της εξασφαλίζουν τροφή. Εκεί θα πρέπει την εποχή αυτή να την ψάξει ο κυνηγός, έχοντας πάντα υπ'όψη οτι η μπεκάτσα είναι πουλί που αγαπάει την υγρασία και τις χαμηλές θερμακρασίες ( οχι κάτω απ'το 0 C ). Θα την βρούμε επίσης σε μεγάλα υψόμετρα, σε δάση πλατύφυλλων με μεγάλα ξέφωτα που έχουν αρκετή ηλιοφάνεια και χαμηλή βλάστηση από θάμνους ή φτέρες, εάν έχουν προηγηθεί αρκετές βροχές που έχουν "προετοιμάσει" κατάλληλα το έδαφος για την αγαπημένοι της τροφή, τα σκουλήκια τα οποία ανεβαίνουν κοντά στην επιφάνεια του εδάφους ή τρέφονται με τα φύλλα των δασικών ειδών που έχουν πέσει στο έδαφος. Με βοριάδες και κρύο προτιμά τις προφυλαγμένες τοποθεσίες, ενώ με νότιους και υγρούς, τα ψηλώματα και τις πλαγιές με βόρειο προσανατολισμό.

Αργότερα κατά τις 15 του Νοέμβρη, όταν η θερμοκρασία πέφτει αρκετά στην Βόρεια Ευρώπη και Ασία, ξεκινά το κύριο κύμα της μετανάστευσης. Αυτή την εποχή και στην Ελλάδα συνήθως έρχονται τα πρώτα γερά κρύα και πολλές φορές και τα χιόνια στα μεγάλα υψόμετρα. Οι μπεκάτσες που έρχονται τώρα είναι όλων των ηλικιών και κατευθύνονται σε γνωστούς τους τόπους διαχείμασης, ανάλογα με τον καιρό της ημέρας. Από μετρήσεις, στην Γαλλία κυρίως, έχει διαπιστωθεί ότι η ημερήσια μετακίνηση της μπεκάτσας μπορεί να φτάσει στην απόσταση των 400-500 χιλιομέτρων ανάλογα με τον άνεμο, γίνεται σχεδόν πάντα τις νυχτερινές ώρες (χωρίς να αποκλείονται την ημέρα) για την αποφυγή των εναέριων άρπαγων.

Τα πουλιά θα παραμείνουν στις ίδιες τοποθεσίες εάν βρούν τις ιδανικές συνθήκες για τροφή και κάλυψη, χωρίς μεγάλη ενόχληση από θηρευτές όλων των κατηγοριών. Θα μετακινηθούν όμως εάν προκύψει παρατεταμένος παγετός ή ακόμα και συνεχόμενες ημέρες πολύ χαμηλών θερμοκρασιών. Το περίεργο είναι οτι η μετακίνηση αυτή, γίνεται πολλές φορές μαζικά λίγες ημέρες, ή ακόμα και μόνο μία ημέρα πριν ξεσπάσει η κακοκαιρία. Το αλάνθαστο ένστικτο του "μετεωρολόγου" λειτουργεί σαν καμπανάκι κινδύνου και τις σπρώχνει για μετακίνηση σε ηπιότερα κλίματα προς αναζήτηση ευκολότερων συνθηκών διατροφής. Τα σκουλήκια μετακινούνται σε μεγαλύτερο βάθος όσο πέφτει η θερμοκρασία για να αποφύγουν την κατάψυξη του υγρού τους σώματος και η επιφάνεια του εδάφους σκληραίνει υπερβολικά για την μύτη της μπεκάτσας. Εάν όμως υπάρχουν σχετικά κοντά στη περιοχή που έχει διαλέξει η μπεκάτσα για διαχείμαση, περιοχές με τρεχούμενα νερά και μικρά ρέματα προφυλαγμένα από τον παγετό και με ικανοποιητική βλάστηση για την κάλυψη, δεν θα μετακινηθεί πολύ μακριά και θα προτιμήσει να παραμείνει στην περιοχή, παραμένοντας εκεί για όσες ημέρες κρατήσει η κακοκαιρία.
Ένας ανεξήγητος λόγος κάνει όλες τις μπεκάτσες να προτιμούν το ίδιο ακριβώς τμήμα του βιότοπου για την ημερήσια παραμονή τους, έστω και αν σχεδόν όλη η περιοχή μοιάζει στα μάτια του κυνηγού. Η ίδια "γωνιά" το ίδιο "χωράφι" θα φιλοξενεί κάθε χρόνο μπεκάτσες αν οι καιρικές συνθήκες είναι παρόμοιες. Είναι τόσο περίεργη αυτή η συνήθειά της που μας δημιουργεί την εντύπωση οτι η ίδια μπεκάτσα επισκέπτεται κάθε τόσο το μέρος, έστω και αν είμαστε σίγουροι οτι η τελευταία που συναντήσαμε εκεί, ήδη αναπαύεται στο..στομάχι μας! Οι κυνηγοί της μπεκάτσας γνωρίζουν τις συνήθειές της και την ψάχνουν πάντα στα ίδια μέρη. Υπάρχουν γνωστοί μπεκατσοκυνηγοί που την κυνηγούν χρόνια στα ίδια εδάφη, οι οποίοι αν δεν την συναντήσουν στις γνωστές "γωνιές" της, δεν κάθονται να ψάχνουν όλη μέρα. Λένε "δεν έχει σήμερα πουλιά". Όμως επίσης είναι γνωστά και τα "διαλείματα" των επισκέψεων σε αυτά τα μέρη. Αγνωστο επίσης το γιατί, υπάρχουν χρονιές, που δεν εμφανίζονται μπεκάτσες σε πολύ γνωστές τοποθεσίες, έστω και αν οι συνθήκες σύμφωνα με τα παραπάνω είναι καλές. "Το μέρος δεν κράτησε πουλιά εφέτος" λένε και δεν υπάρχει καμία εξήγηση γι'αυτό!

Η μπεκάτσα αφήνει ίχνη της παρουσία της, και ο καλός κυνηγός είναι αυτός που θα ψάξει να τα βρεί. Την οσμή της που συλλαμβάνει ο σκύλος, αφήνει καθώς μετακινείται περπατώντας στην μικρή έκταση της ημερήσιας παραμονής της. Η οσμή της θα παραμείνει στο έδαφος και στα χαμηλά φυτά για μερικές ώρες, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, αλλά συχνά έως την επόμενη ημέρα αν δεν έχει βρέξει την νύχτα. Εάν δούμε οτι το σκυλί μας "έχει" μια οσμή, θα πρέπει να ψάξουμε και εμείς για οποιοδήποτε σημάδι έχει αφήσει πίσω της, ώστε να διαπιστώσουμε εάν είναι ακόμα στην περιοχή. Το πρώτο σημάδι ίσως είναι οι μικροσκοπικές τρύπες που κάνει το ράμφος της, καθώς τρυπάει το έδαφος για σκουλήκια. Είναι περίπου 4-5 χιλιοστών διατομής και συχνά αρκετές τρύπες πολύ κοντά η μια στην άλλη. Η περιφέρεια της τρύπας θα μας δείξει πόσο φρέσκια είναι. Όσο περνάνε οι ώρες η υγρασία του εδάφους τείνει να αλλοιώσει την περίμετρό της.

Η μπεκάτσα θα αφήσει επίσης την κουτσουλιά της κάπου στην περιοχή και συχνότερα στο σημείο που θα παραμείνει ακίνητη για ξεκούραση ή για αποφυγή ενδεχόμενου κινδύνου. Επίσης σχεδόν πάντα όταν αποφασίζει να πετάξει στο πρώτο ξεσήκωμα. Οι κυνηγοί ονομάζουν την κουτσουλιά της μπεκάτσας "καθρέπτη" και χαρακτηριστικό της γνώρισμα είναι η "γυαλάδα" της, η οποία "θαμπώνει" όσο περνάνε οι ώρες. Έχει μέγεθος περίπου 2,5 εκ. ακανόνιστο σχήμα περίπου στογγυλό, χρώμα υπόλευκο με σκούρο στίγμα στο κέντρο, υφή "νερουλή" χωρίς σχεδόν καθόλου πάχος. Ο σκύλος θα παραμείνει για λίγα λεπτά στην οσμή της κουτσουλιάς και μια επιτόπια εξέτασή μας με την άκρη του δάκτυλου, θα μας δείξει πόσο φρέσκια είναι. Υγρή και με την χαρακτηριστική γυαλάδα του υπόλευκου, μας δείχνει οτι το πουλί σηκώθηκε λίγα λεπτά πριν το πλησιάσουμε και πρέπει να καταστρωθεί το σχέδιο αναζήτησής της στην κοντινή περιοχή. Θαμπή και με ξερή επιφάνεια, είναι σημάδι οτι το πουλί έχει φύγει ίσως και την περασμένη ημέρα από την περιοχή και πρέπει να συνεχίσουμε το μεθοδικό ψάξιμο των γνωστών γωνιών που "κρατάνε" τα πουλιά.

Οι μπεκάτσες που ξεσηκώνονται από "ενόχληση" (σκύλο, άρπαγα, θόρυβους άγνωστους) δεν κάθεται σε γνωστά μας μέρη. Θα κάτσει σε μέρος που της δίνει την δυνατότητα να ελέγχει τον επερχόμενο κίνδυνο. Αντίθετα τα πουλιά που πετάνε για αλλαγή τοποθεσίας τροφής, θα κάτσουν σε γνωστά μέρη. Αρα εάν σηκώσουμε εμείς ή ο σκύλος μπεκάτσα και δεν καταλήξει στην τσάντα, δεν την ψάχνουμε στα ίδια μέρη που γνωρίζουμε, αλλά καταστρώνουμε ειδικό σχέδιο δράσης, ανάλογα με την μορφολογία της περιοχής και τον βιότοπο. Επίσης το πέταγμά της είναι τόσο σε μεγαλύτερη απόσταση όσο περισσότερο ενοχλημένη είναι. Εάν έχει σηκωθεί πάνω από δύο φορές, συχνά αποφασίζει να πετάξει πολύ μακριά και ψηλωμένη την βλέπουμε να χάνεται στον ορίζοντα, εάν έχουμε τέτοια δυνατότητα. Γι'αυτούς τους λόγους, στο πρώτο ξεσήκωμά της, εάν δεν έχουμε καλή ορατότητα για μια καλή σκόπευση, είναι προτιμότερο να μην την τουφεκίσουμε. Πιθανότατα θα ξανακαθήσει πολύ κοντά πάλι, έχοντας όμως στραμμένη την προσοχή της στην κατεύθυνση που βρισκόμαστε. Οι μπεκατσοκυνηγοί σε τέτοια περίπτωση, προτιμούν να κάνουν έναν μεγάλο κύκλο και να προσπαθήσουν να την βρούν με απόλυτη ησυχία, προσεγγίζοντας τα πιθανά σημεία από άλλη διαφορετική γωνία.

Η πρώτη πτήση "διαφυγής" έχει παρατηρηθεί οτι είναι σε απόσταση που δεν ξεπερνά τα 200-250 μ. πολύ συχνά όμως ξανακάθεται μόνο λίγα μέτρα μακριά μας εάν δεν τουφεκιστεί. Το "σχήμα" της πτήσης είναι μια σχεδόν ορθή γωνία, ένα ημικύκλιο ή σπανιότερα ένα σίγμα "S". Δικές μου παρατηρήσεις δείχνουν οτι πουλιά που στρίβουν αριστερά ή δεξιά στην πρώτη πτήση, θα το ξανακάνουν και στην δεύτερη, εάν το έδαφος είναι το ίδιο. Εάν στην περιοχή υπάρχουν πλαγιές με διαδοχικές πτυχές και ρέματα, πιθανότατα θα περάσει στην επόμενη πλαγιά πριν ξανακαθήσει. Στο δάσος, εάν τα δέντρα είναι ψηλά θα επιχειρήσει μια κάθετη σχεδόν "ανάβαση" έως την κορφή και θα στρίψει οριζοντίως αμέσως μετά, θα πετάξει έως το σημείο που θα διαλέξει και θα προσγειωθεί κάθετα στο έδαφος με πολύ γρήγορη και απότομη πτήση. Πολλές φορές έχω παρατηρήσει σε τέτοιου είδους κάθετες προσγειώσεις, τα πουλιά να μην κάθονται αμέσως, αλλά να πετούν για λίγα μέτρα οριζόντια πολύ κοντά στο εδαφος, ανάμεσα στην χαμηλή βλάστηση του δάσους θέλοντας να ξεγελάσει τους διώκτες της. Ενώ ήμουν σίγουρος για το σημείο που προσγειώθηκαν, όταν πλησίαζα τα σκυλιά δεν έβρισκαν καθόλου οσμή το σημείο αυτό, αλλά αρκετά μέτρα παραπέρα όπου και άρχιζε την προσπάθεια απομάκρυνσης "ποδαρώνοντας" με συχνά μικροπετάγματα-πηδήματα. Τα τελευταία οι κυνηγοί τα βάφτισαν "βατραχοπηδήματα".


Η διατροφη της μπεκάτσας:  http://www.ihunt.gr/


Για κάθε κυνήγι, είναι απαραίτητο να γνωρίζει ο κυνηγός πως τρέφεται το θήραμα. Το θέμα, όμως, είναι ιδιαίτερα σπουδαίο για το κυνήγι της μπεκάτσας, γιατί ιδιαίτερη είναι η τροφή της, ιδιαίτερος ο τρόπος που τη βρίσκει, ιδιαίτερη και η μέθοδος που ακολουθεί για να την πιάσει. Όλα τέλος πάντων είναι ιδιαίτερα με την μπεκάτσα. Και … ιδιαίτεροι επίσης οι κόποι, οι μετακινήσεις, το κρύο που υφιστάμεθα και τα έξοδα που υποβαλλόμαστε για να τη βάλουμε στο χέρι. Χαλάλι της όμως! Χαρίζει στον κυνηγό μερικές από τις συναρπαστικότερες στιγμές της κυνηγετικής του ζωής.

Ας επανέλθουμε, όμως, στην τροφή της μπεκάτσας ή μάλλον καλύτερα στη μύτη της. Για τι αυτή είναι όχι μόνο το χαρακτηριστικότερο εξωτερικό γνώρισμα της, αλλά και το σπουδαιότερο μέσο επιβίωσής της. Είναι μακριά, δύο φορές όσο το μήκος του κρανίου της και γεμάτη αισθητήρια νεύρα. Με αυτή έχει την αίσθηση όχι μόνο οσφρήσεως, αλλά και γεύσεως και αφής. Αυτή θα χώσει στο έδαφος και με την αίσθηση της αφής που έχε η άκρη της θα προσπαθήσει να βρει τα σκουλήκια που αποτελούν κυρίως την τροφή της.

Η μύτη της μπεκάτσας, το ράμφος της για να μην ξεχνάμε και την ορολογία, είναι μαλακό. Δίνει την εντύπωση ότι είναι φτιαγμένη από λάστιχο. Είναι προφανές, λοιπόν ότι για να βρίσει σκουλήκια με το μαλακό ράμφος, της χρειάζεται πλούσιο και αφράτο χώμα, αν όχι λάσπη. Το πλούσιο μαλακό χώμα που να βαστάει σκουλήκια θα βρεθεί εκεί που υπάρχουν ξερά φύλλα που με τον καιρό και την υγρασία σαπίζουν.
Φυσικό τα στοιχεία αυτά να βρίσκονται σε μέρη που υπάρχουν δέντρα και μεγάλοι θάμνοι που να ρίχνουν φύλλα και να κρατάνε κάτω τους υγρασία. Ανάλογο έδαφος θα βρεθεί επίσης στις παρυφές ελών και λιμνών, σε ρυάκια ή ποταμάκια, όπου αρχίζει η λάσπη. Συνήθως, όμως, θα καταφύγει σε τέτοια μέρη ,όταν η παγωνιά της αποκλείσει τα άλλα «στέκια» της.

Πολλές φορές, η μπεκάτσα, πριν χώσει τη μύτη της στο έδαφος, το πατάει με δύναμη για να αναγκάσει τα σκουλήκια που βρίσκονται από κάτω να κινηθούν, μιμούμενη το βηματισμό του τυφλοπόντικα. Μετά χώνει το ράμφος στο έδαφος και τα πιάνει. Σημειωτέον ότι τα ρουθούνια της βρίσκονται κοντά στη βάση της μύτης της με συνέπεια να μπορεί να την έχει χωμένη στη γη χωρίς να δυσκολεύεται η αναπνοή της.

Από αυτά που είπαμε γίνεται σαφές που θα ψάξει να βρει την μπεκάτσα ο κυνηγός. Και γίνεται πιο σαφές αν αναλογιστεί κανείς που μπορεί η μπεκάτσα να βρει πιο πολλά σκουλήκια. Οι περιοχές κτηνοτροφίας με δάση περιμετρικά των κτηνοτροφικών εκτάσεων είναι ιδανικές.

Όχι, βέβαια, σε ξερότοπο ούτε σε πετρότοπο. Εννοείται ότι δεν αποκλείεται να κατέβει και σε τέτοιους τόπους η μπεκάτσα. Θα συμβεί όμως συμπτωματικά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της όταν θα την έχει πιέσει η ανάγκη να ξεκουραστεί και να κάνει ένα μακροχρόνιο σταθμό.

Η μπεκάτσα για να ικανοποιήσει τις διατροφικές της ανάγκες πρέπει να φάει τροφή που να ισούται όσο είναι τρεις φορές το βάρος της. Και επειδή χωνεύει πάρα πολύ εύκολα γίνεται εξαιρετικά λαίμαργη.Βέβαια μπορεί να μην προλάβει να φάει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Έτσι, θα αναγκαστεί να γευματίσει και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι μπεκάτσες αυτές δεν φεύγουν από το πρωινό τους λημέρι μόλις σουρουπώσει. Μόλις σουρουπώσει θα σηκωθούν, θα κάνουν μερικούς κύκλους και θα ξαναπιάσουν στο ίδιο μέρος που ήταν και κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Εκτός από σκουλήκια το μενού της μπεκάτσας περιέχει ακόμη :

Σαρανταποδαρούσες

Έντομα

Νύμφες εντόμων

Βρύα ή και νεκρά φύλλα

Ζωύφια που τρέφονται με σάπια ξύλα

Μύρτιλα

Μυρσίνες


Επίσης καταναλώνει και πετρούλες για να μπορέσει να χωνέψει.
Σκουλήκια και κλίμα

Πάντα αναρωτιόμουν πως οι μπεκάτσες καταλαβαίνουν σε ποιες περιοχές να πάνε για να ψάξουν να βρουν την τροφή τους. Διαβάστε το άρθρο που ακολουθεί. Ίσως να εξηγεί εν μέρη την απορία αυτή.

Στο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής συμβάλλουν οι γαιοσκώληκες, σύμφωνα με έρευνα Ολλανδών, Αμερικανών και Κολομβιανών επιστημόνων, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Nature Climate Change». Κατά την έρευνά τους οι επιστήμονες μελέτησαν τα αποτελέσματα 237 ανεξάρτητων πειραμάτων που διεξήχθησαν στο πλαίσιο παλαιότερων ερευνών.Τα ίδια τα σκουλήκια δεν παράγουν υψηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ωστόσο το έδαφος, στο οποίο ζουν, απελευθερώνει μεγάλες ποσότητες CO2.

Πιο συγκεκριμένα, περίπου το 20% των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και περίπου τα 2/3 του υποξειδίου του αζώτου προέρχονται από το έδαφος. Οι εκπομπές παράγονται από ποικίλες φυσικές, βιολογικές διεργασίες, στις οποίες συμμετέχουν οι ρίζες των φυτών αλλά και οι μικροοργανισμοί που ζουν στο έδαφος.

Σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης οι γαιοσκώληκες είναι οι μηχανικοί του οικοσυστήματος του εδάφους. Αυτό εν μέρει οφείλεται στο γεγονός ότι επηρεάζουν τη φυσική δομή του εδάφους, καθώς το τρυπούν και το καθιστούν πορώδες. Εκτός αυτού, τα σκουλήκια αλληλεπιδρούν με τα βακτήρια που ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Οι γαιοσκώληκες καθορίζουν σε ένα βαθμό την ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που θα παραχθεί στο έδαφος και την ποσότητα που θα απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα.Σε αυτό το πλαίσιο οι επιστήμονες ανησυχούν ότι τα σκουλήκια αυξάνουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, δεδομένου ότι –με βάση τα τελευταία στοιχεία-πολλαπλασιάζονται με υψηλούς ρυθμούς.

Άλλο ένα πρόβλημα είναι το υποξείδιο του αζώτου, που συγκαταλέγεται στα αέρια του θερμοκηπίου και παράγεται από βακτήρια στο έντερο των σκουληκιών.

Εκτιμάται ότι οι εκπομπές υποξειδίου του αζώτου από έδαφος «μολυσμένο» με σκουλήκια είναι τριπλάσιες συγκριτικά με τις εκπομπές που απελευθερώνει το έδαφος που δεν περιέχει σκουλήκια. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα οι επιστήμονες αμφέβαλαν για τον ρόλο των σκουληκιών, καθώς από τη μια αυξάνουν τις εκπομπές που παράγονται από το έδαφος, από την άλλη όμως βοηθούν το έδαφος να αποθηκεύσει τον άνθρακα με μεγαλύτερη αποδοτικότητα.

Τελικά από την έρευνά τους προέκυψε ότι συνολικά η παρουσία των σκουληκιών στο έδαφος αυξάνει τις εκπομπές υποξειδίου του αζώτου κατά 42% και τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά 33%.
Πηγή : econews    http://www.ihunt.gr




               Ο Μπεκατσοκυνηγός:
                                                      
Το κυνήγι της μπεκάτσας απαιτεί από τον σωστό κυνηγό της να διαμορφώσει μια τελείως διαφορετική νοοτροπία και να εφοδιαστεί με γνώσεις ιδιαίτερες, εκτός από τα βασικά περί κυνηγίου. Όλη την κυνηγετική περίοδο της μπεκάτσας, πρέπει να ενημερώνεται καθημερινά από τα δελτία καιρού, για τον καιρό που θα προκύψει τις επόμενες ημέρες, οχι μόνο στην περιοχή που κυνηγά συνήθως, αλλά στην ευρύτερη περιοχή της Ελλάδας, ακόμα και για τον καιρό της Ευρώπης γενικότερα. Σαν μεταναστευτικό πουλί η μπεκάτσα, επιχειρεί μετακινήσεις λίγο πριν την έλευση κάποιας κακοκαιρίας και προηγείται πάντα των μεγάλων χιονοπτώσεων και των παρατεταμένων παγετών. Έτσι η έγκαιρη γνώση των καιρικών μεταβολών, βοηθάει να αποφασίσουμε που θα την ψάξουμε και πότε. Εάν πχ. μαθαίνουμε οτι "θα χιονίσει στην τάδε περιοχή", θα διαλέξουμε τα χαμηλά της σημεία, ή τελείως άλλη περιοχή που είναι πιθανόν να υπάρχουν αρκετά κομάτια εδάφους χωρίς χιόνι, όπως πχ. οι πουρναρότοποι, όπου συνήθως κάτω από τα σφικτά πουρνάρια δεν μπορεί το χιόνι να καλύψει το έδαφος. Την ίδια περίπου απόφαση θα πάρουμε με παγετό, συμπεριλαμβάνοτας τώρα στους υποψήφιους κυνηγότοπους που θα ψάξουμε και τα ρέμματα με τρεχούμενο νερό, όπου σχεδόν πάντα θα υπάρχουν μεγάλα κομάτια εδάφους για την ημερήσια βοσκή της μπεκάτσας. Το αντίθετο φυσικά θα πράξει ο μπεκατσοκυνηγός σε ημέρες με νοτιάδες και ηλιοφάνεια, όπου καταλληλότερα είναι τα ψηλώματα και οι βορεινές πλαγιές. Το να πηγαίνουμε για κυνήγι μπεκάτσας σε τοποθεσίες όπου κάποτε τις βρήκαμε χωρίς να λογαριάζουμε τις καιρικές συνθήκες που θα συναντήσουμε εκεί, είναι ένας παράγοντας πιθανής αποτυχίας και απογοήτευσης.
Ο μπεκατσοκυνηγός πρέπει να είναι υπομονετικός και σχολαστικός στο ψάξιμο της περιοχής, άσχετα από την ικανότητα των σκυλιών του στο συγκεκριμένο θήραμα. Θα ψάξει παντού σε όλες τις πιθανές γωνιές και στα γνωστά σημεία που έχει ξανασηκώσει μπεκάτσα για τα ίχνη της, χωρίς να λογαριάζει την προσπάθεια, την απόσταση ή την άσχημη μορφολογία του κυνηγότοπου. Πολλές φορές, ιδιαίτερα σε ημέρες με άπνοια και σε "σφικτά" μέρη, τα σκυλιά δεν μπορούν να εντοπίσουν την οσμή της από απόσταση και συμβαίνει να περάσουν από κοντά της και να μην την αντιληφθούν. Ιδιαίτερα τις πρώτες πρωινές ώρες όπου η μπεκάτσα δεν έχει ακόμα αφήσει ίχνη τριγύρω από το σημείο όπου προσγειώθηκε το πρωί. Πολλοί κυνηγοί γι'αυτόν ακριβώς τον λόγο προτιμούν να ξεκινούν το κυνήγι της μπεκάτσας αρκετά αργότερα τα πρωινά και οχι με το χάραμα. Ο κυνηγός που είναι σχολαστικός, θα ψάξει όλα τα πιθανά σημεία αργά και με υπομονή. Θα έχει το ένα μάτι στο έδαφος και το ..άλλο στα σκυλιά συνέχεια, ενώ τα αυτιά του θα παρακολουθούν συνέχεια τους θορύβους του δάσους και των σκυλιών, ώστε να αντιληφθεί το σιγανό θόρυβο από το πέταγμα πουλιού που έχει σηκωθεί έξω απ'το οπτικό πεδίο του.


    ..Αυτό που σημαδεύει ο κυνηγός τις περισσότερες φορές όταν την κυνηγά μέσα στα δάση της οξιάς...

Ο κυνηγός της μπεκάτσας με το πέρασμα των χρόνων γίνεται και ένας σχολαστικός "στατικολόγος"! Διατηρεί ημερολόγιο(*) για το μπεκατσοκυνήγι, όπου σημειώνει σχεδόν όλες τις παραμέτρους των κυνηγετικών του εμπειριών. Ημερομηνία, καιρός, τοποθεσία-υψόμετρο-βιότοπος, συναντήσεις- κάρπωση. Είναι τα βασικά στοιχεία που πρέπει να τηρούνται σχολαστικά. Τώρα μάλιστα με την χρήση των Η/Υ είναι παιχνίδι να τα περνάμε στο ΕΞΕΛ και να βγαίνουν όμορφα στατιστικά και πίνακες για όλες τις χρονιές. Η χρησιμότητά τους είναι προφανής οχι μόνο για συναισθηματικούς λόγους, αλλά για πρακτικούς κυρίως. Μας βοηθάνε σίγουρα να διαλέξουμε την τοποθεσία που θα κυνηγήσουμε, ανάλογα με την ημερομηνία και τις καιρικές συνθήκες, αφού γνωρίζουμε τις βασικές συνήθειες της Βασίλισσας του Δάσους.


Το Μπεκατσοτούφεκο:
Στο κυνήγι της μπεκάτσας, η αντίδραση του κυνηγού την ώρα της τουφεκιάς είναι τις περισσότερες φορές σχεδόν αστραπιαία! Δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για σωστή σκόπευση και "παρακολούθηση" του στόχου όπως συμβαίνει σε άλλα θηράματα. Επίσης ο στόχος είναι ορατός για πολύ λίγα δευτερόλεπτα και σε πολύ μικρές αποστάσεις. Οι λόγοι είναι προφανείς και σχετίζονται με την μορφολογία του βιότοπου που συνήθως την κυνηγάμε, τα δάση με ψηλά δέντρα, τους πουρναρότοπους με θάμνους στο ύψος του κεφαλιού μας, κλπ. Αυτές λοιπόν οι συνθήκες, επιβάλλουν ένα τουφέκι που θα μας επιτρέψει την γρήγορη τουφεκιά, με την κατάλληλη σύσφιξη της κάννης για σωστή διασπορά που χρειάζεται η "κοντή" τουφεκιά.
Έτσι έχει καθιερωθεί άτυπα και η ονομασία "μπεκατσοτούφεκο" για το τουφέκι που διαλέγουμε στο κυνήγι της μπεκάτσας. Το τουφέκι αυτό πρέπει να έχει την τέλεια σχεδόν "εφαρμογή" του στις διαστάσεις του σώματός μας. Είναι μια παράμετρος φυσικά που ισχύει για όλα τα τουφέκια που κυνηγάμε, αλλά ειδικά στο κυνήγι της μπεκάτσας, δεν επιτρέπεται καμία ολιγωρία επί του θέματος αυτού. Οι τουφεκιές είναι λίγες, μία σε κάθε σήκωμα τις περισσότερες φορές και συνυπάρχει και η μεγάλη αβεβαιότητα στο αν θα έχουμε δεύτερη ευκαιρία στο ίδιο θήραμα. Εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία για την εφαρμογή του όπλου, μια επίσκεψη σε ένα καλό οπλουργό θα μας λύσει τις απορίες και τα πιθανά τα προβλήματα.

Το μπεκατσοτούφεκο πρέπει να είναι καλά ζυγισμένο και ελαφρύ για την γρήγορη επώμιση και την τουφεκιά. Επίσης το μήκος της κάννης ή των καννών δεν πρέπει να ξεπερνά τα 65 εκ/στά, μήκος που "υποστηρίζει" τις πιο πάνω προϋποθέσεις, αλλά δίνει και την δυνατότητα στα φυσίγγια που χρησιμοποιούμε να δίνουν την επιθυμητή κατανομή και διασπορά.

Τα δίκαννα στην περίπτωση αυτή μας δίνουν την δυνατότητα να ρίχνουμε το ίδιο φυσίγγι που εμπιστευόμαστε σε δύο διαφορετικές κάννες σε τσοκάρισμα (στένωση), ενώ τα αυτογεμή έχοντας μόνο μια επιλογή κάννης πρέπει να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά φυσίγγια για πρώτο και δεύτερο. Οι κάννες, αν πρόκειται για δίκανο, έχουν οπωσδήποτε "ανοιχτά" τσοκαρίσματα, η πρώτη βελτιωμένο κύλινδρο (****) και η δεύτερη ντεμίτσοκ (***). Οι αποστάσεις του στόχου μας στο μπεκατσοκυνήγι, δεν ξεπερνούν σχεδόν ποτέ τα 25-30 μέτρα και τις περισσότερες τις ρίχνουμε πολύ πιο κοντά, σε ένα θήραμα που βλέπουμε φευγαλέα να ελίσσεται ανάμεσα σε κλαδιά. Για τα αυτογεμή τα ανάλογα τσοκάκια είναι απαραίτητα.






                          Δυο φωτογραφίες με το θήραμα ''στρωμένο'', όχι και τόσο συνηθισμένο


Τα φυσίγγια με μέγεθος 8 ή 9, είναι τα πλέον χρήσιμα στο μπεκατσοκυνήγι, αν και πολλοί κυνηγοί προτιμούν και των 10.. Η γνώμη μου είναι οτι τα 8άρια, έχουν την κατάλληλη "δύναμη" σε κινητική ενέργεια να καταβάλλουν ένα σχετικά μεγάλο σε όγκο θήραμα και τον αριθμό (πλήθος) που επιβάλλει μια τουφεκιά με σκόπευση αμφιλεγόμενης ακριβείας, ώστε να υπάρχει ικανοποιητικός αριθμός σκαγίων στον στόχο.
Μερικοί κυνηγοί υποστηρίζουν οτι μεγαλύτερης διατομής σκάγια, 7άρια, θα είναι πιο αποτελεσματικά στο δάσος, γιατί έχοντας μεγαλύτερο όγκο διαπερνούν ή σπάνε τα μικροεμπόδια των κλαδιών ή φύλλων σπάζοντάς τα. Η γνώμη μου είναι οτι τα σκάγια που συναντούν οποιοδήποτε έστω και μικρού όγκου εμπόδιο στην πορεία τους, αλλάζουν κατεύθυνση και φυσικά δεν κατευθύνονται στον στόχο, εκτός από τυχαία συνάντηση! Τα μικρότερης διατομής, τα 10άρια ή ακόμα μικρότερης, λόγω μικρής κινητικής ενέργειας (αν και έχουν μεγαλύτερο πλήθος) δεν είναι πάντα ικανά να επιφέρουν καίριο πλήγμα σε θήραμα βάρους πάνω από 250 γρ. και γι'αυτό οι τραυματισμοί και η ενδεχόμενη απώλεια ενός τραυματισμένου θηράματος είναι πολύ πιθανά.

Το Μπεκατσόσκυλο:


Μπεκατσόσκυλα βέβαια δεν υπάρχουν σαν φυλή, αλλά όπως προανεφέρθη το μπεκατσοκυνήγι με τις ιδιαιτερότητές του έχει καθιερώσει τους όρους αυτούς για τα κυνηγετικά μας "βοηθήματα", βάζοντας εμπρός από την ονομασία τους τον δικό του σύνθετο. Έτσι "μπεκατσόσκυλα" μπορούμε να ονομάσουμε εκείνα τα κυνηγόσκυλα που μας βοηθάνε περισσότερο στο κυνήγι της βελουδομάτας. Τα σκυλιά που αναφερόμαστε παρακάτω, είναι εξ'αντικειμένου έμπειρα στο μπεκατσοκυνήγι με πολλές εξόδους - συναντήσεις με μπεκάτσες, με σταθερή φέρμα και τέλειο σχεδόν απόρτ.
Αν δούμε τα επιθυμητά "ξεχωριστά προσόντα" για ένα τέτοιο σκυλί θα τα απαριθμήσουμε με την εξής σειρά:

Εξυπνάδα: Ώστε να αντιλαμβάνονται άμεσα τις εκάστοτε αντικειμενικές συνθήκες και δυσκολίες, όπως άγρια συμπεριφορά του θηράματος, θέση-απόσταση του "συνεργάτη" κυνηγού ανάλογα με την μορφολογία του βιότοπου κλπ.

Όσφρηση: Η δύναμη της οσφρητικής ικανότητας του μπεκατσόσκυλου, είναι ο παράγων που θα το βοηθήσει να ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό, την ιδιαιτερότητα του δασικού πυκνού περιβάλλοντος, όπου οι οσμές δεν διαχέονται σε μεγάλη απόσταση λόγω των φυσικών εμποδίων, ιδιαίτερα σε ημέρες άπνοιας. Επίσης η "μύτη" του σκύλου μας, τον ειδοποιεί για την ενδεχόμενη νευρικότητα της μπεκάτσας και πόσο είναι αυτή έτοιμη να απογειωθεί πριν ο κυνηγός πλησιάζει σε απόσταση βολής. Οι φερομόνες που εκπέμπουν όλα τα ζώα, "προδίδουν" στην ευαίσθητη όσφρηση του σκυλιού την ψυχική του κατάσταση και νευρικότητα. Έτσι σε συνδιασμό με την προαναφερόμενη εξυπνάδα του, κρατάει πάντα τις ανάλογες αποστάσεις από το θήραμα, είτε φερμάροντας από απόσταση, είτε παρακολουθώντας το (ποντάροντας) με προσεκτικά βήματα χωρίς θόρυβο.

Σωματικά προσόντα: Το μέγεθος, το βάρος και η αντοχή του στα δύσκολα, ακανθώδη και "σκληρά" εμπόδια του περιβάλλοντος που ψάχνουμε τις μπεκάτσες, είναι καθοριστικά για την "απόδοση" του μπεκατσόσκυλου, έστω και αν έχει όλα τα προαναφερθέντα ιδιαίτερα προσόντα. Τα τριχωτά κυνηγόσκυλα είναι φυσικά ανθεκτικότερα σε τέτοια περιβάλλοντα και εάν έχουν και το επιθυμητό μέγεθος-βάρος ώστε να προξενούν τον λιγότερο δυνατό θόρυβο καθώς περνούν με ταχύτητα τα φυσικά εμπόδια, έχουν τις δυνατότητες να εξελιχτούν σε τέλεια μπεκατσόσκυλα.

Έχοντας υπ'όψη τα παραπάνω, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για συγκεκριμένη κυνηγετική φυλή σαν το ιδανικό μπεκατσόσκυλο, αφού όπως γνωρίζουμε αρκετές φυλές θα μπορούσαν να έχουν άτομα ιδανικά.




Το Επανιέλ Μπρετόν είναι μια φυλή που σχεδόν αναπτύχθηκε για μπεκατσοκυνήγι στην χώρα προέλευσής του, την Γαλλία και πολλά άτομα αυτής της φυλής είναι άριστα μπεκατσόσκυλα. Έχουν μια σχεδόν φυσική "ροπή" για το κυνήγι της μπεκάτσας και γίνονται πολύ προσεκτικά με την πάροδο των ετών απέναντι στα άγρια πουλιά, καταφέρνοντας σχεδόν πάντα να τα φερμάρουν ικανοποιητικά. Κινούνται ανάμεσα στα φυσικά εμπόδια ανάλαφρα με την ανάλογη προσοχή, άλλοτε αναζητούν την μπεκάτσα οσμίζοντας τον αέρα και άλλοτε όταν χρειάζεται δεν διστάζουν να ιχνηλατούν προς αναζήτηση του "φυγάδα" ή τα ίχνη από την ημερήσια περιπλάνησή της προς αναζήτηση τροφής.







Tα Σέττερς, (όλων των παραλλαγών) επίσης αποδίδουν εξαιρετικά στο μπεκατσοκυνήγι και απόδειξη είναι οτι όλο και περισσότεροι κυνηγοί στρέφονται σε αυτές τις φυλές. Βέβαια τα σκυλιά αυτά αποδίδουν πολύ καλά σε όλα τα κυνήγια και η προφανής αυτή χρησιμότητά τους τα κάνει τα περισσότερο δημοφιλή στην Ελλάδα. Λόγω της φυσικής τους ροπής για ταχύτητα μεγαλύτερη από την απαιτούμενη στο ψάξιμο της μπεκάτσας, θα


πρέπει όμως να μπορούν να προσαρμόζουν την συμπεριφορά τους ανάλογα ή να μην χρησιμοποιούνται σε άλλα κυνήγια όπως της πέρδικας που η ταχύτητα είναι πολύ χρήσιμη για την κάλυψη όσο δυνατόν ευρύτερου πεδίου.








Τα Γερμανικά σκυλιά φέρμας, Ντράχτχααρ και Κούρτσχααρ έχουν εξελιχθεί στην πατρίδα τους για τέτοιου είδους κυνήγια σε δάση πυκνά, έχουν μεγάλη αντοχή σε πυκνά-αγκαθωτά περιβάλλοντα και σε πολύωρο ψάξιμο με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, συνθήκες που επικρατούν στην πλειοψηφία των εξόδων για μπεκατσοκυνήγι. Ιχνηλατούν ικανοποιητικά, ψάχνουν με την επιθυμητή ταχύτητα και έχουν σχεδόν τέλειο απόρτ. Είναι λίγο περισσότερο θορυβώδη κατά την αναζήτηση (ειδικά τα Ντράχτχααρ) αλλά το πάθος, η επιμονή τους, η εύκολη εκπαίδευση και η προσαρμοστικότητα στις ιδιαιτερότητες του κυνηγού, αντισταθμίζουν τις όποιες μικρές διαφορές τους από τα παραπάνω σκυλιά.


Το Πόϊντερ είναι βέβαια ο κυνηγετικός σκύλος που διαθέτει σε αφθονία τα περισσότερα από τα επιθυμητά προσόντα για το κυνήγι της μπεκάτσας. Εξυπνάδα που ξεπερνά κατά πολύ το μέσο όρο, αξεπέραστη οσφρητική ικανότητα και μανιώδες πάθος για κυνήγι. Όμως ένα Πόϊντερ που αναγκάζεται από τις ιδιαίτερες συνθήκες του κυνηγιού στο δάσος, να προσαρμόζει την φυσική του ροπή για μεγάλη ταχύτητα, δεν αποδίδει σαν Πόϊντερ αλλά "μιμείται" κατά κάποιον τρόπο αναγκαστικά άλλες φυλές. Επίσης το βάρος του σε συνδιασμό με την ταχύτητα προξενούν ανεπιθύμητους θορύβους. Αλλος ένας ανασταλτικός παράγων είναι το λεπτό του τρίχωμα και η φυσική του απέχθεια για αγκαθωτά ή πολύ υγρά και ψυχρά περιβάλλοντα. Βέβαια αρκετά άτομα αυτής της φυλής, δεν ανησυχούν καθόλου για τις γρατζουνιές στο κορμί τους ή για τα νερά και το κρύο. Είχα την ευτυχία να διαθέτω ένα τέτοιο Πόϊντερ το οποίο έβγαινε από τα αγκάθια με ματωμένες ουλές χωρίς να δίνει σημασία και κολυμπούσε σαν ..πάπια στο καταχείμωνο! Ένα τέτοιο Πόϊντερ με την πάροδο των ετών γίνεται ασυναγώνιστο στο κυνήγι της μπεκάτσας. Αυτά όμως είναι εξαίρεση και δεν σημαίνει ότι η άριστη αυτή φυλή είναι η ιδανική για μπεκατσοκυνήγι.

Τέλος όπως προανεφέρθη, αρκετά άτομα απ'όλες τις κυνηγετικές φυλές θα μπορούσαν να διαθέτουν τα επιθυμητά προσόντα. Ιδιαίτερα εάν ο κυνηγός δεν ασχολείται με άλλα κυνήγια παρά μόνο με το μπεκατσοκυνήγι, ο κυνηγετικός του σκύλος "παθιάζεται" απόλυτα με το πουλί αυτό και αποκτά μια ειδικότητα αξεπέραστη, μαθαίνοντας όλα τα "κόλπα" της μπεκάτσας και προσαρμόζει πάντα το ψάξιμο του με το φυσικό περιβάλλον σε όποια φυλή και αν ανήκει.

Φωτογραφίες ΕΔΩ




Ενδιαφέροντα Site για τα ταξίδια της μπεκάτσας:



Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...