28 October 2012

Πέρδικα η χιλιοτραγουδισμένη



Πέρδικα η χιλιοτραγουδισμένη

Το δημοτικό τραγούδι, δημιούργημα του λαού μας, είναι ο καθρέφτης της ελληνικής ψυχής και του τρόπου ζωής του. Η καθημερινή ζωή, η αγάπη, το μίσος, η χαρά, ο πόνος, η φύση έγιναν τραγούδι, ακούμπησαν στα χείλη του λαού και από στόμα σε στόμα έφτασαν και μέχρι τις μέρες μας. Πολλοί από μας τα άκουσαν από τη γιαγιά και τον παππού, τα τραγούδησαν, τα χόρεψαν στα πανηγύρια του χωριού, τα διδάχθηκαν στο σχολείο, τα διάβασαν σε ανθολογίες.
Από το δημοτικό τραγούδι, το τραγούδι του λαού, δεν θα μπορούσε βέβαια να λείψει η λεβεντιά της πετροπέρδικας.
Η ελληνική πέρδικα, η ορεινή, η πετροκελαϊδούσα, η γλυκολαλούσα, η κοσμοπερπατημένη, η καμαρωτή και γιορντανούσα, η κορωνάτη, η πλουμιστή, χιλιοτραγουδήθηκε, έγινε σύμβολο λεβεντιάς, ομορφιάς, περηφάνειας. Στα δημοτικά τραγούδια η πέρδικα αποτυπώθηκε επίσης ως μοιρολογίστρα, ως μαντατοφόρος, ως θήραμα, ως εξαιρετικό έδεσμα.
Τα δημοτικά τραγούδια που ακολουθούν είναι ένα μικρό δείγμα της χιλιοτραγουδισμένης μας πέρδικας και είναι αφιερωμένα εξαιρετικά σε όλους τους περδικοκυνηγούς, που ζουν για να ακούν τη γλυκειά λαλιά της στα λεβέντικα βουνά της πατρίδας μας, που την αναζητούν στις βουνοκορφές και που πάνω απ΄ όλα τη σέβονται και την προστατεύουν.

Μαρία Κ. Στυλιαρογιάννη – Βόλος

Που ήσουν πέρδικα
Που ήσουν πέρδικα καημένη κι ήρθες το πρωί βρεγμένη
Ήμουνα πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια.
Τι έτρωγες πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια
Έτρωγα το Μάη τριφύλλι κι είμαι όμορφη στα χείλη
και τον Αύγουστο ρογούλα κι είμαι ροδοκοκκινούλα.
************


Πετροπέρδικα
Μοιάσε της πετροπέρδικας,
της αηδονολαλούσας,
που κάνει δεκαχτώ πουλιά,
κανένα δεν αρνιέται. 
Κι αν πέσει και πάρει ο αετός,
ένα από τα πουλιά της,
κάνει καιρό να πιεί νερό,
θολώνει και το πίνει .
Κι όπου εύρει μαύρη καψαλιά
θα κάτσει να βοσκήσει 
κι όπου εύρει μαύρο κούτσουρο
θα κάτσει να λαλήσει. 
*****************


Που κάτω στην τριανταφυλλιά
(Παραλλαγή Κυπριακού τραγουδιού του γάμου) 
Που κάτω στην τριανταφυλιάν
μια πέρτικά ΄χτισεν φουλιάν.
Μπαίννει τζαι βκαίννει τζαι γεννά
πασαλλοϊτικα αβκά.
Τζαι λάμνει τα φτερούδκια της
τζαι τα γαλατερούδκια της
τζαι ππέφτουν τα τριαντάφυλλα
τζαι τ΄ άσπρα εξηντάφυλλα.
Τζι΄ οι λυερές τα πιάννουσιν
στον κόρφον τους τα βάλλουσιν
τζι΄ αννοίουσιν παρπατησιάν
τζαι παίρνουν τα στην νεκκλησιάν.
Πρώτα ραντίζουν τους Αγιούς
τζι΄ ύστερα τους πνευματικούς
τζ΄ ύστερα νύφφην τζαι γαμπρόν
τζαι πεθθεράν τζαι πεθθερόν.
********************


(Κρητική μαντινάδα)
Πέρδικα όμορφο πουλί
που η φύση σου 'χει δώσει
το χάρισμα να κελαηδείς
π' άλλο πουλί δεν το 'χει.
*******


Περδικά μου γιορντανούσα
Πέρδικά μου γιορντανούσα και καμαρωτή 
δυο μου μάτια, και καμαρωτή.
Πώς κοιμάσαι μες τα πλάγια, μόνη μοναχή, 
δυο μου μάτια, μόνη μοναχή.
Κι αν κοιμάμαι τι να κάνω, όλο φλάγουμι, 
δυο μου μάτια, όλο φλάγουμι.
Έχω τα παγώνια αδέρφια, κι άντρα σταυραϊτό, 
δυο μου μάτια, κι άντρα σταυραϊτό.
Όπου τον τιμάει ο κόσμος κι όλος ο ντουνιάς, 
δυο μου μάτια, κι όλος ο ντουνιάς.
************


Τώρα τα πουλιά 
Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, 
τώρα οι πέ, τώρα οι πέρδικες. 
Τώρα οι πέρδικες 
γλυκολαλούν και λένε:
ξύπνα αφέ, ξύπνα αφέντη μου.
Ξύπνα αφέντη μου, 
ξύπνα γλυκιά μου αγάπη, 
ξύπνα αγκά, ξύπνα αγκάλιασε. 
Ξύπνα αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο,
κάτασπρο, κάτασπρο λαιμό. 
Κάτασπρο λαιμό 
σαν του Μαγιού το δρόσο, 
σαν το κρύο, σαν το κρύο το νερό. 
*************


Μια πέρδικα παινεύτηκε
Μια πέρδικα παινεύτηκε σ' ανατολή και δύση,
πως δεν τη βρίσκει κυνηγός να την εκυνηγήσει
κι ο κυνηγός που τ' άκουσε πολύ του κακοφάνει,
παίρνει τα ζαγαράκια του να πάει να κυνηγήσει
την περδικούλα για να βρει και να την εσκοτώσει.

Ή
Μια πέρδικα καυχήθηκε σ' ανατολή και δύση 
πως δεν εβρέθη κυνηγός, να την εκυνηγήσει. 
Στήνει τα δίχτυα στα βουνά, τα ξώβεργα στη δύση, 
το δίχτυ το μεταξωτό μες του πασά τη βρύση. 
Πάει η πέρδικα να πιει νερό και πιάνεται απ' τη μύτη. 
Αλαφροπιάσ' με κυνηγέ, κάνε μου αυτή τη χάρη. 
Και με το αλαφρόπιασμα η πέρδικα πετάει.
Κρίμα σ' εσένα, κυνηγέ, που μου 'κανες τη χάρη 
κι άφησες τέτοια πέρδικα άλλος να την επάρει.
*****************


Με γέλασε μια χαραυγή τ' αστρί και το φεγγάρι
και βγήκα νύχτα στα βουνά, νύχτα και στα λαγκάδια,
κι έστρωσα την καπότα μου λίγον ύπνο να πάρω.
Μηδ' έγειρα, είδε πλάγιασα μαειδέ τον ύπνο πήρα
κι ακώ μιας πέρδικας λαλιά μιας πετροκελαηδούσας
που το 'λεγε βραχνά - βραχνά και παραπονεμένα.
Σαν τι έχεις πέρδικα και κλαις και σκούζεις και φωνάζεις;
Μην είν' τ' αυγά σου μελανά και τα φτερά σου μαύρα;
Δεν είν' τ' αυγά μου μελανά και τα φτερά μου μαύρα
με κυνηγάει ένας αητός ένας κακοπετρίτης
μου φαγε τα πουλάκια μου και θελα φάει και μένα.

(Το τραγούδι είναι από την
περιοχή του Αυγερινού Βοϊου)
Με γέλασε η χαραυγή και το άστρο της ημέρας
και βγήκα νύχτα στα βουνά νύχτα στα κορφοβούνια
ν' αφουγκραστώ την πέρδικα την πικροκαταρούσα
που καταριόταν τον αϊτό το έρημο σιαχίνι
Σιαχίνι μ' είσαι άπιστο σιαχίνι μ' αφορεσμένο
που μ' έφαγες το αστέρι μου και θες να φας και εμένα
***********


΄Οταν η νύφη φτάνει στο σπίτι του γαμπρού
(Από την περιοχή της Δεσκάτης)
Έβγα συ καλή μου μάνα
Φέρν'ι γιόσ' μια πιρδικίτσα
Απ' του χέρι τσακουμένη
απ' τα μαλλιά γραπατσουμένη.
Πάει μουνός κι είρθι ζιβγάρι
Μι την πέρδικ' απ' του χέρι.
********

Της νύφης
(Από την περιοχή της Δεσκάτης)
΄Ασπρη, κάτασπρη πέρδικα ιδώ στη γειτουνιά μας.
Είρθαν ξένοι, παντάξινοι, είρθαν κι μας τημ πήραν,
κι ασκήμιναν τα σπίτια μας κι μόρφιναν τα ξένα.
Ποιος είτανι προυξινητής, που να'χει φάει κανέλα,
Κι αντάμουσι χρυσόν αϊτό μι τ'χρυσουπιριστέρα.
*************


(Από την Θάσο) 
Μες στα πετρωτά μια πέρδικα πετά. 
καν΄ τηνα έτσι, καν΄ τηνα έτσι 
την ψηλή λιγνή σου μέση. 
*********

(Το τραγούδι αναφέρεται στην πολιορκία 
από τους Τούρκους του Πύργου του Δαφνίου)
"Τρεις περδικούλες κάθονται
μεσ' στο Δαφνί στον Πύργο 
η μια τη Βίγλ' αγνάντευε 
κι' η άλλη την Κουρτσούνα 
κι' η Τρίτη η καλλίτερη μοιρολογά και λέει:
Θέ μου και τί να γίνεται Αυδής με το Μεράκο.
Ουδέ σε γάμο φαίνονται
μαϊδέ σε πανηγύρια.
Μαϊδέ στη Μαύρη Ποταμιά πούχε το γύρισμά του. 
Μας είπαν πως τους κλείσανε
μεσ' στο Δαφνί στον Πύργο. 
Τους πολεμά η Αφεντιά
μαζί με το Μουσάγα. 
Σείστηκε η Μάνη σείστηκε,
σειστήκαν τα Μπαρδούνια".
************* 

Η πέρδικα και το κοράσο
(Παραδοσιακό Κρητικό) 
Κοράσο δώδεκα χρονώ και χωστοβαρεμένο
αμοναχό ντου εθέριζε, δεμάθια εκουβαλιούσε.
Έρχετ' η μέρα του παιδιού, που 'θελε να το κάμει,
δραπάνι βάνει αντίς σκαμνί, δεμάτι αντίς για κλίνη.
Κι απήτις και το γέννησε γκι εβωλοκόπησέ ντο
εις τη μποδιά τζη το βαλε να πα το καταλύσει.
Στη στράτα τζη συναπαντά πέρδικα πλουμισμένη:
«Πού πας, μικρή, πού πας, φτωχή, πού πας, δυστυχισμένη;
Εγώ 'χω δώδεκα παιδιά και λέω να 'χα κι άλλα
κι εσύ 'χεις ένα μοναχό και πα να το σκοτώσεις;»
Παίρνει τη ντο παράπονο, στο σπίτι τζη γιαέρνει
και πιάνει και βαφτίζει το και βγάνει το Λευτέρη
κι ετάιζέ ντο ζάχαρη, κουλούρια με το μέλι.
«Φάε και πιε, πουλάκι μου, να γοργομεγαλώσεις,
κι ανέ γενείς και κυνηγός και βγαίνεις στο κυνήγι
ούλα ντά έχνη σκότωνε, κατάλυε ό,τι βρίχνεις,
τη μπέρδικα τη μπλουμιστή μη ντήνε καταλύσεις,
μα κείνηνά 'ναι η μάνα σου κι εγώ 'μαι η μητρυγιά σου.»
****************


Μωρ' περδικούλα του Μοριά
Μωρ' περδικούλα του Μοριά κοσμοπερπατημένη
σ' όλον τον κόσμο ήμερη, σε μένα στέκεις άγρια.
Χαμήλωσ' την αγριότη σου κι έλα κοντά με μένα,
να σε ταΐζω ζάχαρη, να σε ποτίζω μόσχο,
να σε βαστώ τριαντάφυλλο, μήλο να σε μυρίζω.

΄Η
Μωρ' περδικούλα του Μοριά κοσμοπερπατημένη
εφτού ψηλά που πέτεσαι και χαμπηλά αγναντεύεις
μην είδες κλέφτες πουθενά τους Κολοκοτρωναίους;
Εψές προψές τους είδαμε πέρα στα κλεφτοχώρια
είχαν αρνιά και σφάζανε και ρίχναν στο σημάδι.
***************

Κίνησα μία μέρα Τρίτη
Κίνησα μια μέρα Τρίτη
πήγα στου παπά το σπίτι
βρήκα πέρδικα ψημένη
και την παπαδιά αλλαγμένη
Πιάνω βρέχω μία μπουκιά
και φιλώ την παπαδιά.
***************

Περδικούλα ημέρωνα
Περδικούλα ημέρωνα κι όλο μ' αγριευότανε 
στο φτερό στεκότανε. 
Πείσμωσα την έδειρα,
στα βουνά την έστειλα,. 
στα βουνά τα πετρωτά, 
τα βολυμοσκεπαστά.
Μια Λαμπρή, μία Κυριακή, 
πέρασα κι εγώ από κει, 
την ακώ να κελαηδεί.
την ακώ να κελαηδεί.
Πέτα περδικούλα μου κι έλα στα χερούλια μου
κι αν σου κάνω εγώ κακό 
σ' εκκλησιά να μην εμπώ. 
************

Ένας αητός καθότανε
Ένας αητός καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε 
και ψείριζε τα νύχια του τα νυχοποδαράκια του.
Νύχια μου και νυχάκια μου και νυχοποδαράκια μου
την πέρδικα που πιάσατε, να μην την εχαλάσετε.
Θε να τη βάλω στο κλουβί Να κελαηδεί κάθε πρωί. 
**********

Τρεις περδικούλες κάθονταν
Τρεις περδικούλες κάθονταν, 
στον Όλυμπο στη ράχη 
μοιρολογούσαν κι έκλαιγαν, 
μοιρολογάν και λένε. 
Εσείς πουλιά πετούμενα
που πάτε στον αέρα 
να πάτε και στη Τζόρτζαινα, 
Ναούμη τη γυναίκα.
Να μην τα πλέξει τα μαλλιά, 
κοσί να μην τα φτιάξει.
Να μην τα βάλει τα φλουριά,
να μην τα καμαρώνει. 
Ναούμη τον βαρέσανε στου Διάκου το νταβούρι.
*************


Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...