28 October 2012

Η Εισβολή



ΠΗΓΗ:http://kynigos.net.gr

Πρώτος ο κόκορας έδωσε το σύνθημα από το σπιτάκι πού λευκοφέγγιζε κάτω, στο βάθος της σκοτεινής βουνοπλαγιάς. Η στριγκιά φωνή του απλώθηκε κι'ανέβηκε στα καρτέρια. Ασυναίσθητα γύρισα το βλέμμα μου ανατολικά. Η μυσταγωγία της ανατολής είχε ήδη αρχίσει και το φως, πέρα μακριά στον ορίζοντα, απλώνονταν σιγά-σιγά, προπομπός του παντοκράτορα Ήλιου!

Έσφιξα λίγο το ελαφρύ σακάκι μου. Η υγρασία του πρωϊνού, τo περνούσε εύκολα.Ολα γύρω μου γυάλιζαν περίεργα,υγρά στο μισοσκόταδο. Ανατρίχιασα λίγο και τραβήχτηκα απ'τόν μεγάλο βρεγμένο βράχο πού είχα για κάλυψη.
Δεν κουνούσε φύλλο, κι'άν είχε τρυγόνια σήμερα-αχ αυτό το αέναο ερωτηματικό - τα φυσίγγια δεν θ'άκοβαν και τα πουλιά θα πέταγαν ψηλά, περιφρονώντας τις δεκάδες κάνες, πού σαν μικρές κεραίες εξείχαν απ'τα βράχια της κορυφογραμμής.
Ένας μικρός φακός σπίθισε λίγο πιο πέρα, κι'έβηξα δυνατά, δείχνοντας την θέση μου στον αργοπορημένο. Κρυφογέλασα ακούγοντάς τον να βρίζει σιγανά! Εγώ πάντα ερχόμουν πολύ νωρίς κι'όχι μόνο για το καλό καρτέρι.Μ'άρεσε αυτή η μυστήρια ώρα! Αφηνα τ'αυτοκίνητο στο μικρό εκκλησάκι της Φανερωμένης λίγο πιο χαμηλά, κι'έπαιρνα βιαστικά το μονοπάτι π'ανηφόριζε στριφογυρίζοντας, πατώντας σίγουρα στο σκοτάδι. Ήξερα κάθε πέτρα του, κάθε νεροφάγωμά του και σχεδόν πάντα ερχόμουν πρώτος εδώ στο μεγάλο γκίζο βράχο με την αστεία φιγούρα. Ήταν σαν πελώρια τραγιάσκα, ακουμπισμένη στην γη κι'έφτανε σε ύψος το κεφάλι μου. Αν είχε πουλιά είχα από δω καλή θέση, έβλεπα ότι περνούσε ολόγυρα και πιο μακριά ακόμη, σχεδόν σ'όλη την κορυφογραμμή. Κι'άν δεν είχε, πράγμα συνηθισμένο τα τελευταία χρόνια, έλεγα δεν βαριέσαι, κι' αύριο μέρα είναι, κι'έμενα εκεί, ακίνητος σχεδόν δίπλα στην μεγάλη πέτρα, ρουφώντας ηδονικά τις μυρωδιές τού πρωϊνού.
Τα καρτέρια είχαν γεμίσει πια και πότε-πότε ακούγονταν πειράγματα από βράχο σε βράχο! Ήταν γνωστά σ'όλους μας τα ''στέκια'' τού καθενός, κι'άν κανείς ''παρείσακτος'' προλάβαινε κι'έπιανε πόστο μας,την άλλη μέρα, αναγκαζόμασταν να σηκωθούμε ολόκληρη ώρα νωρίτερα!
Κανείς δεν έφερνε σκύλο στο καρτέρι εκτός από μένα! Εγώ όμως είχα την ΛΙΛΛΑ! Ένα θηλυκό Κούρτσχααρ πού μόνο μιλιά δεν είχε. Την κοίταζα τώρα στο μισοσκόταδο, έτσι καθώς ήταν ανήσυχη, ανεβασμένη στο βράχο, κοίταζε κατά το βορριά, λές κι'ήθελε να μυρίσει τα τρυγόνια πού έρχονταν. Δεν άντεξα κι'έβγαλα την μικρή φωτογραφική μηχανή. Η ΛΙΛΛΑ μου, ήταν σαν συνέχεια τού βράχου! Μαύρο περίγραμμα, βράχος και σκύλος, στό μισοφωτισμένο φόντο τής αυγής!
Ανατολικά, τα χρώματα άλλαζαν και από ανοικτό μπλε, ο ορίζοντας κοκκίνιζε γρήγορα, βάφοντας βαθυκόκκινη την ανατολική πλευρά τού βράχου μου.
Μιά μακρινή τουφεκιά έσπασε την ησυχία και τότε, σχεδόν αμέσως, τρία πουλιά πέρασαν ξυστά πάνω μου, το σφύριγμα των φτερών τους μου΄κοψε την ανάσα! Τα τρυγόνια χάθηκαν στο σκοτάδι κι'εγώ έσφιξα το'όπλο μου.Έπρεπε να προσέχω! Καλό σημάδι αυτό, ακόμη δεν ξημέρωσε και φάνηκαν. Μπορεί σκέφτηκα, ίσως σήμερα να'ταν καλή μέρα. Η ΛΙΛΛΑ κατέβηκε μ'ένα σάλτο απ'τό βράχο κι'έγινε ένα με τη γη! Αόρατη απ'όλους! Ήξερα ότι στεκόταν λίγα μέτρα μακρύτερα από μένα τώρα, κοιτάζοντας τον ουρανό. Γνώριζε η σκύλα μου από καρτέρια. Στεκόταν ακίνητη κι'όπως ήταν σκούρα καφέ, περισσότερο εγώ θα φόβιζα τα πουλιά παρά αυτή. Πολλές φορές θυμάμαι, κοίταζα τα φιδίσια μάτια της καρφωμένα στον ορίζοντα και γυρίζοντας έβλεπα νά'ρχονται πουλιά. Κι'όταν άρχιζε το ντουφεκίδι, αυτή μου μάζευε τα πουλιά στο λεπτό και τ'άφηνε δίπλα στην τσάντα!
Ξημέρωνε γρήγορα τώρα και οι σποραδικές τουφεκιές όλο και πύκνωναν. Ημουν σίγουρος πιά. Είχε πέρασμα σήμερα. Μόνο που δεν περίμενα τέτοια ''εισβολή''!!
Ένας γρήγορος ντουμπλές ακούστηκε κοντά μου και σαν γεράκι πέρασε σφυρίζοντας ένα τρυγόνι λίγο χαμηλότερα. Δέν το έβλεπα καθαρά, κι'όπως προσπαθούσα να το δώ, άκουσα φτερουγίσματα στ'αριστερά μου και γυρίζοντας απότομα, βρέθηκα φάτσα μ'ένα κοπάδι πουλιά! Σημάδεψα ψύχραιμα όπως περνούσαν από πάνω μας και πήρα ένα, κι'ένα δεύτερο την ώρα πού βούταγαν τρομαγμένα τον κατήφορο. Αλλαξα γρήγορα φυσίγγια, ενώ γύρω μου το βουνό λες κι'είχε πάρει φωτιά!! Οι τουφεκιές έπεφταν αδιάκοπα και τα σκάγια σφύριζαν επικίνδυνα πάνω μου, καθώς τα πουλιά πέταγαν ακόμη πολύ χαμηλά. Πού νά σκεφτώ όμως γιά κάλυψη! Τέτοια ώρα τέτοια λόγια! Αν κι'είχε φέξει για τα καλά πια, όλοι έστεκαν όρθιοι ντουφεκώντας συνέχεια!
Τα κοπάδια, έμπαιναν απ'τόν βοριά, χαμηλά με σιγανό φτερό, αλλά με τις πρώτες τουφεκιές έσπαγαν προς όλες τις κατευθύνσεις και πέρναγαν σαν σαΐτες πάνω μας και ολόγυρά μας.Έριχνα συνέχεια αλαφιασμένος και ή ΛΙΛΛΑ μου ξετρελλαμένη κι'αυτή, κουβαλούσε τα χτυπημένα και κυνηγούσε για λίγα μέτρα τα περισσότερα πού έφευγαν πετώντας ζιγκ-ζαγκ ξυστά στα βράχια! Κι'όταν γύριζε άπρακτη, με στραβοκοίταζε επιτιμητικά για την αστοχία μου. Τώρα εγώ τι να της έλεγα, ότι τέτοιο πράγμα , τόσα πουλιά δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου και το χτυποκάρδι μου δεν μ'άφηνε νά σκοπεύω ψύχραιμα!
Τα τρυγόνια όμως συνέχιζαν την εισβολή τους σε κοπάδια μικρά και μεγάλα. Οι ριπές και οι ντουμπλέδες έπεφταν συνέχεια κάνοντας τόση φασαρία σαν σε πολεμική ταινία!! Μόνο πού όσο πέρναγε ή ώρα και ξημέρωνε καλά, ψήλωναν και τράβαγαν πορεία κοπαδιασμένα. Ήταν ένα θέαμα αξέχαστο καθώς τα μικρά κοπαδάκια άλλαζαν πορεία , ενώνονταν με τα μεγαλύτερα και όλα μαζί πέταγαν αγέρωχα πάνω απ'τά ''πεδία βολής''. Ήταν κάποιος, στα δεξιά μας, λίγο μακρύτερα απ'τό καρτέρι τού Μαθιού, πούριχνε τις πεντάρες με κανονικό ρυθμό λες κι'είχε βαλθεί να ξαλαφρώσει απ'τά φυσίγγια του μία ώρα αρχύτερα!!
Ήπια μιά γουλιά απ'τόν καφέ πούχε μείνει ξεχασμένος σε μία μικρή πλάκα δίπλα μου, ίσα νά βρέξω τό λαιμό μου πούχε στεγνώσει απ'τήν ένταση, ενώ τέσσερα πουλιά με καβάλησαν και βούτηξαν την κατηφόρα με σπαθιστό φτερό. Από κάτω όμως ήταν ο Δημήτρης, ο Πρόεδρός μας, κι'έριξε μένα ντουμπλέ δυό πουλιά κάνοντάς μου νόημα σαν νά μ'ευχαριστούσε πού τ'άφησα νά περάσουν αντουφέκιστα!! Η ΛΙΛΛΑ τα λιγουρεύτηκε κι'έκανε να τρέξει προς τα κάτω. Της σφύριξα δυνατά κι' εκείνη γύρισε γρήγορα, δεν ήθελα μπλεξίματα με τον Πρόεδρο, είχε πολύ κοφτερή γλώσσα!
Έριξα δυό φυσίγγια σ'ένα κοπαδάκι ψηλωμένο, αλλά αυτά μόλις πού λίκνισαν τα φτερά τους και συνέχισαν να πετούν κυκλικά. Μόλις που πρόλαβα να γεμίσω κι'έριξα πίσω από δυό που με ξεπέρασαν τρομαγμένα και το ένα έπεσε με θόρυβο χαμηλά, κοντά στον Δημήτρη γεμίζοντας τα φρύγανα με φτερά. Η σκύλα όρμηξε νά το πιάσει κι'εγώ προσπάθησα να ξαναγεμίσω. Το χέρι μου όμως πέρασε γρήγορα απ'τις άδειες θήκες της ζώνης μου και σταμάτησε στο τέλος της!.... Είχα μόνο δύο τελευταία φυσίγγια κι'αυτά 6άρια!! Κοίταξα με απορία την άδεια ζώνη και το μικρό σωρουδάκι από πουλιά πούχε φτιάξει η ΛΙΛΛΑ! Είχα αδειάσει και ούτε πού το κατάλαβα! Άφησα κάτω σιγανά το δίκαννο, ενώ ένας κόμπος απογοήτευσης μούσφιξε το λαιμό. Γέμισα την πίπα μου καπνό σιγά-σιγά κι'έκατσα δίπλα στα τρυγόνια.
Ο ήλιος ήταν τώρα ένα τεράστιο πύρινο πιάτο πού ψήλωνε γρήγορα . Τράβηξα δυό γερές ρουφηξιές καπνού και ηρέμησα λίγο, δεν θα κουβαλούσα κι'όλας ολόκληρο μαγαζί φυσίγγια !
Έμεινα για λίγο έτσι χαζεύοντας, μοναδική παραφωνία σ'ένα ορυμαγδό από τουφεκιές, πουλιά πού πέταγαν ανάμεσα στα βράχια, κοπάδια ψηλωμένα και φωνές απ'τα γύρω βράχια ''πάνω σου Γιώργοοο...τι κάνεις ρέεε ...κοιμάσαι!'' Είπα να ζητήσω κάνα φυσίγγι απ'τό Δημήτρη, αλλά θυμήθηκα ότι τόχει για μεγάλη γρουσουζιά να δίνει φυσίγγια στο κυνήγι κι'έτσι ούτε που τόλμησα. Δεν έπρεπε νάχω παράπονο από κανένα εκτός απ'τόν εαυτό μου και την παλιά μου συνήθεια να παίρνω στο κυνήγι μία ζώνη φυσίγγια μόνο.
Κι'έτσι, αν κι'ήταν νωρίς ακόμη, μάζεψα με κρύα καρδιά τα πράγματά μου, έβαλα τα λίγα πουλιά στη τσάντα και σφύριξα στη σκύλα μου, που έστεκε απορημένη κοιτώντας μία εμένα και μιά τα πουλιά που περνούσαν πάνω απ'τόν γκρίζο βράχο! Άφησα γρήγορα πίσω μου την κορυφή, δεν άντεχα άλλο εκεί και κατηφόρισα για το αυτοκίνητο, έχοντας ακόμη τα δυό 6άρια στο δίκαννο. Ούτε ήξερα γιατί τα κρατούσα πεισματικά . Τα τρυγόνια περνούσαν κοντά μου,δίχως νά μου δίνουν σημασία!
Ένα ελαφρό βοριαδάκι κατηφόριζε τώρα το βουνό δροσίζοντάς με και μου φάνηκε ότι έφερνε μαζί την μυρωδιά τού μπαρουτιού από ψηλά!
Στάθηκα λίγο πριν το εκκλησάκι και κοίταξα ψηλά. Τα τρυγόνια σε κοπάδια μικρά και μεγάλα, στριφογύριζαν ψηλωμένα στον καταγάλανο ουρανό, ενώ οι ομοβροντίες συνεχίζονταν με αμείωτο ρυθμό. Ακόμη ψηλώτερα, σε μεγάλους σχηματισμούς αμέτρητα πουλιά πέταγαν με ταχύτητα ίσια κατά το Νοτιά. Το μυστηριώδες μεγαλείο της αποδημίας σ'όλη την μεγαλοπρέπειά του μπρός στα μάτια μου που δε χόρταιναν το θέαμα!
Η σκύλα μου δεν συλλογίζονταν φαίνεται τα ίδια, κάπου έβγαλε ένα αγριοκούνελο και το κυνήγησε με μανία μέχρι την τρύπα του κλαφουνίζοντας σαν λαγόσκυλο. Δεν πρόλαβα να το ντουφεκίσω!!
Έβαλα τα πράγματά μου και την λαχανιασμένη σκύλα μου στ'αυτοκίνητο και πήρα τον δρόμο για το σπίτι.
Ήταν μόνο οκτώ η ώρα το πρωϊ !!




Γιώργος Σουρλάγκας




Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...