22 October 2012

Τα Πουλιά της Βροχής!



Ο σερβιτόρος, ένα κοντό αδύνατο ανθρωπάκι με κατάλευκη ποδιά, ακούμπησε προσεκτικά μπροστά μας τα δυό μεγάλα πιάτα με την αχνιστή σκουρόχρωμη κι΄ευωδιαστή κρεατόσουπα και μας ρώτησε ευγενικά , τι άλλο θα θέλαμε να παραγγείλουμε. Μού χαμογέλασε κι΄ένα χρυσό δόντι φάνηκε κάτω απ΄το λεπτό περιποιημένο του μουστάκι. Κοίταξα ερωτηματικά τον Δημήτρη ,πούχε απλώσει το αριστερό του χέρι προς την μεγάλη ξυλόσομπα, λές για να βεβαιωθεί ότι είχαν πράγματι ανάψει το πριονίδι και καθώς δεν πήρα απάντηση , έδωσα αδιάφορα την παραγγελία και για τους δυό μας. Σε λίγα λεπτά, οι 


μακαρονάδες και το κόκκινο κρασί γέμισαν το μικρό μας τραπεζάκι, δίπλα στην σόμπα.
Γέμισα τα ποτήρια μας και κατέβασα μια γερή γουλιά κρασί. Ξαναγεμίζοντας το ποτήρι μου, το σήκωσα και σκουντώντας ελαφρά το ποτήρι του φίλου μου, προσπάθησα να του φτιάξω λίγο το κέφι:«Άντε πιές το, κι΄αύριο μέρα είναι ρε Δημήτρη!» Κατεβάζαμε αμίλητοι με αργές κουταλιές την ζεστή σούπα. Ο Δημήτρης, άδειασε με μιάς το ποτήρι του, έγειρε πίσω την καρέκλα του και βάλθηκε να κοιτάει το θολό τζάμι της πόρτας: « Δεν πάει κάτω ρε Γιώργο, όχι ότι φταίει η σούπα αλλά δεν ξέρω, δεν μπορώ να το χωνέψω ρε φίλε, να σηκώσουμε σήμερα σε δυό ώρες μόνο τόσα πουλιά και νάχουμε μια μόνο στην τσάντα! Δεν το καταλαβαίνω!" Έλα ντε , αναρωτήθηκα , κι΄αφού ξανάδεσα προσεχτικά τον μικρό επίδεσμο που κρεμόταν απειλητικά πάνω απ΄την σούπα μου, στο βαθιά γδαρμένο δάκτυλό μου, βάλθηκα ν΄αδειάσω το πιάτο μου πριν κρυώσει Κούνησα λίγο τα παγωμένα μου πόδια και τάνοιωσα μουδιασμένα μέσα στο βρεγμένο φαρδύ παντελόνι και τις λασπωμένες μπότες μου, που ούτε θυμάμαι πόσες φορές τις άδειασα απ' τα νερά σήμερα στο βουνό.
Ήμασταν οι μόνοι πελάτες στο μικρό μαγειρείο του ορεινού χωριού των Γρεβενών με το ωραίο αρχαίο όνομα και ο μοναδικός θόρυβος ερχόταν απ' έξω , καθώς αραιά και που ,κάποιο αυτοκίνητο φουλάριζε στην κλειστή ανηφορική στροφή και τα λάστιχά του, τσίριζαν στα λασπόνερα του δρόμου. Ερχόμασταν εδώ πάνω σ' αυτά τα μέρη, πάντα τέτοιες μέρες, στα μέσα του Νοέμβρη και βρίσκαμε σχεδόν πάντα τις μπεκάτσες που δεν είχαν ακόμη κατέβει απ' τα βουνά στις ρεματιές και στις όχθες των ποταμών, μια και το χιόνι, μόλις άρχιζε να πέφτει πότε-πότε και τα ορεινά χωράφια ,ήταν λασπωμένα απ' τις καθημερινές βροχές και γεμάτα χοντρά λαχταριστά σκουλήκια που τόσο τους άρεσαν!
Κάθε χρόνο, μέναμε για 20 περίπου μέρες, στο ίδιο μικρό οικογενειακό ξενοδοχείο στην Καλαμπάκα και είχαμε ιδιαίτερη περιποίηση απ'τους ζεστούς και καλούς ανθρώπους. Καθημερινά σχεδόν αλλάζαμε τόπο για κυνήγι, ανάλογα με τον καιρό. Τις πρώτες μέρες, όταν ο καιρός ήταν νοτιάς με ψιλόβροχο σαν σήμερα, ψάχναμε στα ψηλά βουνά, μεσ'τα δάση των πλατύφυλλων, ανάμεσα στις οξιές και στα πεύκα, γύρω απ'τα οργωμένα δασοχωράφια και στις πλαγιές με τις καφετιές υγρές φτέρες, πού φταναν σχεδόν στη μέση μας, ανάμεσα στα έλατα ,στις καστανιές αλλά και πιο πάνω, έξω απ'τα όρια του δάσους, ψηλά, ανάμεσα στις μεγάλες γλιστερές πέτρες της αλπικής ζώνης, στους μικρούς θάμνους και στο κοντό πουρνάρι. 'Ήταν κάτι μέρες θυμάμαι, που τρυπούσαμε την ομίχλη ανεβαίνοντας το βουνό και ψάχναμε για τα όμορφα καφετιά πουλιά στις κορφές, έχοντας τα σύννεφα από κάτω μας άσπρο μπαμπακερό χαλί, σαν να πετούσαμε μ'αεροπλάνο! Κι'όταν έπιανε το χιόνι, αργότερα κοντά στο τέλος του Νοέμβρη , το κρύο τη νύχτα που δεν αστειεύονταν εκεί ψηλά, πέτρωνε τις λάσπες ,πάγωνε την υγρασία στις φτέρες κι'έδιωχνε τις μπεκάτσες για τα χαμηλά. Τότε, πιάναμε τις μικρές πλαγιές κοντά στις όχθες των χειμάρων που κατέβαιναν ορμητικοί απ'τις χιονισμένες κορφές, στα πυκνά κι'αγκαθερά πουρνάρια, στις χαμηλές τρίχρονες κλαδεμένες οξιές, πίσω απ'τους τρομερούς βράχους των μοναστηριών της Καλαμπάκας.
Ψιλόβρεχε σήμερα το πρωί, σκεφτόμουν, όταν σταματήσαμε τ'αυτοκίνητο ψηλά στο βουνό. Ήταν μόνο λίγα χιλιόμετρα ανηφορικού χωματόδρομου απ'την Οξύνεια, το μικρό ορεινό χωριό που τρώγαμε τώρα. Μια αραιή ομίχλη μας τύλιγε υγρή, μακραίνοντας περίεργα τα γυμνά κλαδιά των μεγάλων δέντρων στις άκρες του χωματόδρομου!
Στεκόμασταν ακόμη δίπλα στ'αυτοκίνητο, περιμένοντας λίγο να ξεμουδιάσουν τα δυό θηλυκά μας Επανιέλ, κιόπως είχαμε ορατότητα μόλις μια κοντή τουφεκιά, το δυνατό φτερούγισμα μιας μπεκάτσας και τα γρήγορα κουδουνίσματα απ' τα σκυλιά, μας ξύπνησε απότομα και ξεκινήσαμε βιαστικά. Ανεβήκαμε γρήγορα το μικρό ανάχωμα του δρόμου πίσω απ'τα σκυλιά και βρεθήκαμε να τσαλαβουτάμε στις παχιές λάσπες της άκρης του οργωμένου χωραφιού. Πριν προλάβουμε να ξελασπώσουμε, σταμάτησαν τα κουδουνίσματα ξαφνικά και από λίγα μέτρα παρακάτω, πετάχτηκαν δυό πουλιά μαζί απ' το πρώτο πυκνό και χωρίς να φανούν καθόλου πάνω απ'τα χαμηλά πευκάκια, χάθηκαν στην ομίχλη σαν οφθαλμαπάτη!! Φωνάξαμε αμέσως πίσω τα σκυλιά και προσπαθήσαμε να τα ηρεμήσουμε λίγο με χάδιααλλά τότε, πράγμα απίστευτο, λές για να μας χαλάσει την μέρα, σηκώθηκε άλλη μια αθόρυβα πίσω απ'τον Δημήτρη ,στα δυό μόνο μέτρα απ' την άκρη του χωραφιού και με τρία απαλά φτερουγίσματα, χώθηκε στο πυκνό, πριν προλάβει καν να γυρίσει ο φίλος μου! Ο Δημήτρης παράτησε τα χάδια στην Σπίθα του, κι'έκανε ν'ακολουθήσει το πουλί απερίσκεπτα! Η μπεκάτσα είχε ξανακαθίσει στην άκρη του πυκνού, κι'όπως ο φίλος μου βγήκε με κόπο απ'τις λάσπες και πάτησε τα πρώτα χόρτα, του πετάχτηκε τρομαγμένη, σχεδόν κάτω απ'την μπότα του κι'έφυγε γρήγορα κάνοντας συνέχεια ζιγκ-ζαγκ, ενώ πίσω της , τα σκάγια μας έκοβαν τα ψιλόκλαδα των πεύκων! Ο Δημήτρης, γύρισε κι'άρχισε κάτι να μού λέει, μα με το πρώτο βήμα στα γλιστερά χόρτα, προσγειώθηκε με θόρυβο με την πλάτη, κάνοντας μια αστεία χορευτική φιγούρα!
Εκεί νομίζω ότι, κάναμε το κυριότερο από μια σειρά λαθών του πρωινού. Αντί να περιμένουμε να ηρεμήσουμε λίγο, ο φίλος μου σηκώθηκε απ'τις λάσπες βρίζοντας, χώθηκε στο ανηφορικό πυκνό και όταν βγήκε λίγο ψηλότερα , στην άκρη του επόμενου χωραφιού, με τα νεύρα τεντωμένα μου φώναξε: « Εγώ θα πιάσω από'δω και συ μείνε απ' την άλλη ακρη, μέχρι να βγούμε στην απέναντι πλαγιά και μετά βλέπουμε , έτσι;» Το μέρος το ξέραμε, δεν ήταν δύσκολο, αλλά όχι με ψιλόβροχο και ομίχλη σαν σήμερα. Το πυκνό που χώριζε τα λασποχώραφα, γεμάτο πεύκα χαμηλές οξιές και κοντοπούρναρα, δεν είχε πάνω από 15 μέτρα φάρδος, αλλά σήμερα με την ομίχλη , δεν βλέπαμε τίποτα ανάμεσα στα δέντρα και ούτε ο ένας το άλλον ! Έτσι όμως αναγκαζόμαστε να μιλάμε συνέχεια για ασφάλεια και για να μην χαθούμε. Σε 10 μόνο λεπτά της ώρας ήταν φανερό ότι, σήμερα είχε πολλά πουλιά και η έξαψη μας συνεπήρε! Χωρίς ψυχραιμία κυνήγι δεν γίνεται βέβαια και εμείς παραδοθήκαμε στο συναίσθημα! Τρέχαμε μπρος-πίσω στις λάσπες αλαφιασμένοι, φωνάζοντας δυνατά και μεταδώσαμε τα νεύρα μας στα σκυλιά ,που έψαχναν με μανία το γεμάτο μυρωδιές πυκνό, σηκώνοντας και αγριεύοντας τα πουλιά. Αν ο άνθρωπος δεν βάλει να δουλέψει πρώτο απ'όλα το υπέρτατο όπλο του, την λογική, ο αγώνας φυσικά είναι άνισος εις βάρος του! Ακόμη έχω στ'αυτιά μου το συνεχές φτερούγισμα των πουλιών που χάνονταν σαν φαντάσματα στην ομίχλη, οι περισσότερες ατουφέκιστες!
Όταν φτάσαμε στο τέλος των οργωμένων χωραφιών, απέναντί μας άρχιζε μια ανηφορική πλαγιά με κοντές οξιές. Εκεί ,ξέραμε από άλλη φορά, ότι κρατούσε πάντα πουλιά. Πράγματι, τα πουλιά ήταν πολλά και εδώ, αλλά ήδη, το πρωινό ψιλόβροχο, είχε δυναμώσει πολύ και επειδή δυστυχώς δεν κυκλοφορούν ακόμη γυαλιά με….υαλοκαθαριστήρες, δεν έβλεπα σχεδόν τίποτε πια, απ'τα νερά που κατρακυλούσαν συνεχώς απ'το γείσο του καπέλου μου. Παρ'όλα αυτά, συνεχίσαμε για λίγο ακόμη στο δάσος, με αφάνταστη δυσκολία. Ο Δημήτρης πήρε επιτέλους μια μπεκάτσα, μετά από ωραία φέρμα της Σπίθας ,δίπλα σ'ένα σαπισμένο κορμό πού ήταν πεσμένος και μισοχωμένος κόντρα στην ανηφορική πλαγιά. Αυτή η «επιτυχία» μας έδωσε λίγο κουράγιο, και μείναμε ακόμη καμιά ώρα περίπου, αδειάζοντας συνέχεια τα νερά απ'τις μπότες μας, αλλά ήταν φανερό ότι δεν πήγαινε άλλο!Η βροχή δυνάμωσε για τα καλά κι'εμείς, που γλιστρούσαμε συνέχεια στην λασπωμένη ανηφοριά, περισσότερο γυρεύαμε στήριγμα στους μικρούς κορμούς και στα ξερόκλαδα, παρά θέση για τουφεκιά, όταν σταματούσαν τα κουδουνάκια των σκύλων μας!
Τα παρατήσαμε και γυρνώντας όλο νεύρα στ'αυτοκίνητο, σκουπίσαμε στα γρήγορα τα σκυλιά, αλλάξαμε τα μουσκεμένα μας ρούχα και φτιάξαμε καφέ, περιμένοντας μέσα στα ζεστά με την ελπίδα ότι θα έκοβε λίγο η μπόρα. Πέρασε αρκετή ώρα ,ενώ εμείς, αμίλητοι παρατηρούσαμε απ'τα θολά τζάμια του αυτοκινήτου, τον χωματόδρομο που γινόταν σιγά-σιγά χείμαρρος! Πήραμε με βαριά καρδιά τον δρόμο της επιστροφής, ξέροντας ότι χάσαμε την «χρυσή» ευκαιρία, το πρωί , πριν ακόμη δυναμώσει η βροχή. Με τις φωνές και τα τρεχαλητά μας σαν πρωτάρηδες, δεν είχαμε βέβαια ούτε μια πιθανότητα απέναντι στα πονηρά πουλιά, πού πάντα σε συναγερμό από μέτρα μακριά μας, πέταγαν με τα γνωστά τους ακροβατικά και γλίστραγαν ανάμεσα στους κορμούς και στις φυλλωσιές, κοροϊδεύοντας εμάς και τα σκυλιά!
Σταματήσαμε εδώ στο χωριό για φαγητό, αντί να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο, λες και δεν θέλαμε να φύγουμε μακριά απ'τον «παράδεισο» των πουλιών, λίγο πιο πάνω! Και τώρα, που το δεύτερο μπουκάλι με το κόκκινο δυνατό κρασί μας ζέστανε, ηρεμήσαμε και τα είπαμε.Αύριο, πρωί-πρωί, θα πιάναμε πάλι το ίδιο πυκνό, σιγά-σιγά και τσιμουδιά, μόνο νοήματα και σιγανά σφυρίγματα στα σκυλιά και θα κάναμε την δουλειά μας ήσυχα και ωραία, όπως άλλωστε τόσες φορές στο παρελθόν.
Το ίδιο βράδυ, γύρισε ο καιρός στο βοριά και το πρωί όπως οδηγούσαμε νύχτα ακόμη για την Οξύνεια, τ'αστέρια λαμπύριζαν στον πεντακάθαρο ουρανό, στέλνοντάς μας σήματα αισιοδοξίας. Με το ξημέρωμα, πιάσαμε το ψάξιμο με την καρδιά μας να χτυπάει δυνατά, αλλά σχεδόν δίπλα-δίπλα και προσεκτικά. Μια δυνατή παγωνιά μου έκοψε την ανάσα μόλις ξεκινήσαμε και ο θόρυβος απ'την παγωμένη υγρασία που έσπαγε στα πατήματά μας, μ'ανησύχησε. Τα σκυλιά μας, έψαχναν γρήγορα και μπενόβγαιναν στα χαμηλά δέντρα του πυκνού. Λίγο παρακάτω , η Χαρούλα μου , στάθηκε λίγο σ'ένα κοντό πευκάκι ,αλλά βγήκε γρήγορα, κουβαλώντας στο στόμα μια... παγωμένη μπεκάτσα γεμάτη ξεραμένο αίμα, θύμα προφανώς κάποιας.. αδέσποτης χθεσινής τουφεκιάς! Μετά, μέχρι το τέλος των πυκνών, γύρω απ'τα οργωμένα, τίποτα ,ούτε ένα πουλί !
Ο Ήλιος του πρωινού, λαμπύριζε στις σταγόνες του νερού που έσταζε ελευθερωμένο απ'τον πάγο στις φυλλωσιές κι'ένα απαλό άσπρο σύννεφο, άρχιζε να σηκώνεται απ'τα ασπρισμένα χόρτα. Χωθήκαμε στο ανηφορικό δάσος με τις οξιές, με την ελπίδα ότι εκεί, ίσως βρίσκαμε καμιά που'μεινε στην προστασία των δέντρων απ'την παγωνιά, αλλά μάταια !
Λες κι'είχε δοθεί κάποιο μυστήριο προσκλητήριο, κι'όλες οι μπεκάτσες της χθεσινής μέρας, είχαν φύγει !!!


Γιώργος Σουρλάγκας

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό : Κυνηγεσία & Κυνοφιλία Τεύχος 415 Οκτώβριος 1996


Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...