10 October 2012

''Το μάτι''



ΠΗΓΗ:
http://kynigos.net.gr

«Ασθενείς βόρειοι άνεμοι στα δυτικά, ισχυροί στα ανατολικά βορειοδυτικοί 6-7 , και πτώση της θερμοκρασίας με χιονόνερο!!» Τα λόγια της ωραίας τηλεπαρουσιάστριας του καιρού, με συνόδευαν σαν γλυκό νανούρισμα, καθώς το πλοίο, που πήγαινε εμάς και τα όνειρά μας για μπεκάτσες στην Άνδρο, τρανταζόταν κι'έγερνε τρίζοντας δεξιά-αριστερά.Τα άσπρα κύματα, χτύπαγαν δυνατά στα μεγάλα παράθυρα με τα χοντρά τζάμια, κι'όσο κι'αν δυσκολευόμουν να δώ τις γνώριμες πλαγιές του νησιού που είχαμε πια ζυγώσει, για ένα ήμουν σίγουρος: Οι μπεκάτσες ήταν εκεί και μας περίμεναν! Ο παγωμένος μαΐστρος, θα τις έστελνε κατ'ευθείαν στα γνωστά μας μέρη, με τις ψηλές σπαρτιές και τα σφιχτά καταπράσινα λεκάτια. Το μόνο που είχαμε να κάνουμε, ήταν απλό, να πάμε να τις βρούμε! Και αυτό ακριβώς θα κάναμε, σε καμιά ώρα περίπου. 

Όλα τα είχαμε κουβεντιάσει, όση ώρα μας ταρακουνούσε το ..Αιγαίο. Που θα πηγαίναμε σήμερα και τι θα κάναμε αύριο, την μισή μέρα που είχαμε ακόμη , μέχρι την ώρα να πάρουμε το πλοίο της επιστροφής. Με το που θ'άνοιγε η μπουκαπόρτα, θα βάζαμε πορεία με το φορτηγάκι μας, για τις βορινές ψηλές πλαγιές, με τα πυκνά λεκάτια, που στη θύμησή τους και μόνο, η καρδιά μου φτερούγιζε κάνοντας ένα θόρυβο, ολόϊδιο με το πέταγμα της βελουδομάτας, όταν ανέβαινε βγαίνοντας πάνω απ' τα κλαδιά τους! Κι'αν παρ'ελπίδα, τα πουλιά ,δεν ήταν εκεί τόσα πολλά όπως στα ...όνειρά μας, αύριο έχει ο Θεός! Μισή μέρα ακόμη. Θα πιάναμε μια απ'τις τόσες λαγκαδιές που ξέραμε. Κι'εκεί σίγουρα θα τις βρίσκαμε στις σκεπές δασωμένες όχθες τους να σκάβουν για σκουλήκια, η δίπλα στους μικροκαταράχτες, με τα γιαλιστερά γκρίζα βράχια, ν'απολαμβάνουν το νανούρισμα του κελαρυστού νερού!

Όλα τάχαμε υπολογίσει, εκτός από ένα: το «μάτι»! Εγώ προληπτικός δεν ήμουνα, αλλά ο Δημήτρης ήταν και μάλιστα μέχρι… κουταμάρας! Θυμάμαι μια φορά, πριν από λίγα χρόνια, ήταν ένα Σάββατο πρωί, πριν το χάραμα, όταν σαλπάραμε με καΐκι για περδικοκυνήγι στην Νάξο. Αυτός λοιπόν, που έλυνε τους κάβους στον μόλο, ξέχασε να λύσει έναν και με το «μπρός» του καπετάνιου, η μηχανή φουλάριζε και το καΐκι βέβαια παρέμενε ακίνητο λόγω του ..τεντωμένου σχοινιού!! Ο Δημήτρης τότε, χωρίς δισταγμό, πριν προλάβουμε να λύσουμε, άρπαξε τα πράγματά του και πήδηξε μ'ένα σάλτο έξω στον μόλο, φωνάζοντας δυνατά στην υπάκουη σκύλα του, που τον κοίταζε όλο απορία: « Έξω Σπίθα , γρήγορα εδώ».Ότι κι'αν κάναμε , στάθηκε αδύνατο να τον πείσουμε ν'άρθει πάλι μέσα στο καΐκι! Τίποτα, επέμενε ότι, κάποιου …φύλακα αγγέλου προειδοποίηση ήταν, για κάποιο κακό που επρόκειτο να μας συμβεί!! Αυτός-ο άγγελος- μας κρατούσε δεμένους για σημάδι!! Αυτά συλλογιζόμουν, κοιτώντας τον φίλο μου. Ήταν κάπως ανήσυχος τα τελευταία δέκα λεπτά. «Τι είναι πάλι ρε Δημήτρη, ηρέμησε, όπου ν'άναι φτάνουμε» του είπα και γύρισα να δώ, που είχε στυλωμένα τα μάτια του . Τίποτα το ανησυχητικό .Ολούθε γύρω μας στο σαλόνι του πλοίου, κάθε λογής ανθρώποι, έκαναν υπομονή ώσπου να δέσουμε κάπου σε στεριά… ακίνητη, να πάρουν ανάσα απ'το κούνημα! Άλλοι πιο εύκολα, άλλοι κίτρινοι απ'την ζαλάδα, οι περισσότεροι αμίλητοι και σκεφτικοί, δεν συμμερίζονταν φαντάζομαι , την ηδονή της προσμονής που μας είχα κυριεύσει! «Βλέπεις εκεί, στον μεγάλο πάγκο απέναντι, αυτή με τα μαύρα;» μου ψιθύρισε ο φίλος μου, «για δες την πώς κοιτάει κατά δω , όταν πριν λίγο πήγα στο μπάρ για τους καφέδες, με ρώτησε: για κυνήγι πάτε; Και ο μ.... της είπα ναι!! Κι'αυτή μου κούναγε μετά συνέχεια το κεφάλι της, σαν νάλεγε: Άμα χτυπήσετε τίποτα γράφτε μου!!»
« Έλα ρε Δημήτρη, τι΄ναι αυτά που λες τώρα, μυστικό τ'όχουμε; Θάχει κάποιον δικό της κυνηγό φαίνεται, και θα θέλει να του τα πεί! Για σταμάτα τις σαχλαμάρες και πάμε κάτω να δούμε τα σκυλιά. Φτάσαμε!» Σηκώθηκα γρήγορα, πριν συνεχίσουμε αυτή την άχαρη κουβέντα, και με τον Δημήτρη να μ'ακολουθεί σκεφτικός, κατεβήκαμε στο γκαράζ, χαιρετίσαμε τα σκυλιά μας, μας χαιρέτησαν κι'αυτά με χασμουρητά και τις ουρές τους να στριφογυρίζουν, και κάτσαμε στ'αυτοκίνητο περιμένοντας μ'ανυπομονησία ν'ανοίξει η πόρτα. 


Το ψιλό χιονόνερο που βρώμιζε το τζάμι του φορτηγού μας, είχε σταματήσει όταν φτάσαμε ψηλά, στο σκούρο βουνό. Αφήσαμε τ'αυτοκίνητο, λίγο πιο κάτω απ'τα βαριά γκριζόμαυρα σύννεφα που σκέπαζαν την κορφή του. Κοίταξα την ώρα. Ήταν 11 κι'όλας και βιαστικά-βιαστικά, αφού φορτωθήκαμε, σφύριξα στα σκυλιά μου, που σταμάτησαν με μιας τα τρεχαλητά στον λασπόδρομο και ξεχύθηκαν στην ανηφόρα. Ο Δημήτρης, τελείωσε κι'αυτός επιτέλους, την τελετουργική διαδικασία της βασκανίας, πρώτα του όπλου του ,έπειτα του διχτυού της τσάντας και στερεώνοντας τον μάλλινο σκούφο του, μ'ακολούθησε.
Ανεβήκαμε γρήγορα το γιδομονοπάτι που έβγαζε στα χαμηλά ρείκια μπροστά μας, ενώ ο παγωμένος βοριάς, τρύπωνε στα ρούχα μου και προσπαθούσε να πάρει το καπέλο με το μεγάλο γείσο, που τόχα για να προστατεύει τα γιαλιά μου απ'τη βροχή. Το σχέδιο για τέτοια μέρη με πυκνούς χαμηλούς, στο ύψος των ματιών μας, θάμνους, ήταν δοκιμασμένο μ'επιτυχία αρκετές φορές και ειδικά με τον Δημήτρη, πήγαινε πάντα ρολόϊ! 


Ο ένας στεκόνταν ακίνητος κι'αμίλητος, σε μέρος που μπορούσε να βλέπει καλά όλη την πλαγιά, πάνω απ'τα κλαδιά, ενώ ο άλλος και τα σκυλιά στριφογύριζαν, ψάχνοντας όλο το μέρος, σε απόσταση μιας τουφεκιάς περίπου. Αν τα σκυλιά φέρμαραν, ο … περιπατητής, έπρεπε να τα ζυγώσει, άσχετα αν είχε καλή θέα, κι'έτσι καταφέρναμε , σχεδόν πάντα, να τουφεκίσει ο …σκοπός, μια και οι μπεκάτσες, μάρκαραν το κίνδυνο απ'τον θόρυβο κι'έφευγαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, πέφτοντας πάνω του! Αλλά κι'αν ακόμη ξέφευγαν, βάζοντας μπροστά μ'επιτυχία ,κάποιο απ'τα γνωστά τους κόλπα διαφυγής, τουλάχιστον ξέραμε που έπιαναν, η την κατεύθυνση που έφυγαν. Όταν ψαχνόταν καλά το μέρος, ο περιπατητής έβρισκε με την σειρά του, ένα κατάλληλο μέρος, με ορατότητα, μονοπάτι, βράχο, τοίχο, κι'έστεκε εκεί ,ενώ έψαχνε τώρα, ο άλλος, στο επόμενο άψαχτο μέρος. Πάντα σχεδόν, κάποιος έβλεπε καθαρά, ακίνητος ,όσο μακριά κι'αν παρασύρονταν τα σκυλιά στο ψάξιμο. 

Είχαμε αλλάξει στο μεταξύ μια-δυο φορές υπηρεσία σκοπού, όταν ήλθε πάλι η δική μου σειρά, μετά από περίπου μια ώρα ανηφόρας και παλετιού με τα σφιχτά κλαδιά από ρείκια, κουμαριές και κοφτερά πουρνάρια , χωρίς να σηκώσουμε ούτε ένα πουλί. Βρήκα ένα ετοιμόρροπο τοίχο και ανέβηκα προσεκτικά. Ο κρύος αέρας , σφύριζε και κούναγε τα κλαδιά γύρω μου, αλλά είχα καλή θέα από εκεί, λίγο ψηλότερα απ'τον Δημήτρη. Σήκωσα το χέρι μου γνέφοντας στον φίλο μου να ξεκινήσει, ενώ η μουσική του ανέμου, σιγοντάριζε τα κουδουνίσματα απ'τα σκυλιά μας! Ο Δημήτρης με είδε, κατέβηκε απ'τον βράχο που στεκόνταν, αλλά καθώς χανόταν στο σκουροπράσινο πέλαγος, είδα καθαρά μια μπεκάτσα να πετάει απαλά-απαλά προς τα μένα!! Είχε σηκωθεί αθόρυβα , ακριβώς κάτω απ'τον βράχο που ήταν πριν ο φίλος μου και πριν προλάβω να σηκώσω το όπλο, μ'ένα απότομο σκέρτσο, καρφώθηκε ανάμεσά μας ξανά στο πυκνό!! Τι διάβολο, σκέφτηκα, στα πόδια του ήταν; Να μιλήσω δεν μπορούσα, ο Δημήτρης χαμπάρι δεν πήρε, τα σκυλιά έψαχναν στα δεξιά μου! Είπα που θα πάει , θα την βρούνε, κι'ετοιμάστηκα όλος ένταση, ανασηκώνοντας λίγο το τουφέκι μου. Τα δυό μου Πόϊντερ έσχιζαν το πυκνό, ανεβαίνοντας την πλαγιά απ'τα δεξιά μου, δεν τ'άβλεπα βέβαια, αλλά τα ξεχώριζα απ'τα διαφορετικά κουδουνάκια από την Κούτσχααρ του Δημήτρη, που έψαχνε ακόμη πιο δεξιά , κοντά στον Λάκη μου. 


Και τότε, τα κουδουνίσματα σταμάτησαν! Εγώ σκυλιά δεν έβλεπα, ούτε τον φίλο μου που προσπαθούσε να περάσει κάτω απ'τα κλαδιά…. .στα τέσσερα, αλλά ήξερα τώρα ότι είχα μια μπεκάτσα, μπροστά και λίγο χαμηλότερα κι'άλλη μια φέρμαραν τα σκυλιά στα δεξιά μου! Οι στιγμές αγωνίας περνούσαν αργά, η μύτη μου έσταζε νερό σαν βρυσάκι απ'το κρύο, αλλά δεν τολμούσα να σηκώσω το χέρι να την ..φυσήξω! Ένα σιγανό κουδούνισμα ακούστηκε απ'τα Πόϊντερ και μετά κι'άλλα αραιά.Το πουλί μπροστά τους κοτάριζε ανεβαίνοντας και τα σκυλιά, έμπειρα σ'αυτό το παιγνίδι, το πήραν στο κατόπι προσεκτικά! Το μόνο βέβαια που δεν λογάριαζαν, ήταν ότι υπήρχε κι'άλλο πουλί χαμηλότερα, κι'έτσι όπως ανέβαιναν σιγά-σιγά πίσω απ'την μπεκάτσα, που δεν έλεγε να σηκωθεί, μ'έβαλαν στη μέση!! Πάνω-πάνω το πουλί που έψαχνε σίγουρο μέρος να σηκωθεί, πίσω της τα δυό μου σκυλιά, στη μέση εγώ ,που κόντευα να ζαλιστώ απ'το στριφογύρισμα της κεφαλής μου πάνω-κάτω και πιο κάτω το πρώτο πουλί, κρυμένο στο πυκνό! Ένα κομπολόϊ θηρευτών και θηραμάτων, στην πανάρχαια κυνηγετική αρένα! Η ΜΟΛΥ μου έκανε την πρώτη κίνηση, το κατάλαβα απ'τα γρήγορα κουδουνίσματα θα βαρέθηκε φαίνεται το ποντάρισμα, κιόρμηξε στο πουλί. 

Αμέσως μετά, άκουσα καθαρά, γρήγορα και δυνατά φτερουγίσματα, αλλά πουλί να πετάει δεν είδα κι'ούτε κανείς…έμαθε ποτέ τι απόγινε!! Μόνο η σκύλα μου βγήκε φουριόζικα λίγο ψηλότερα και στάθηκε απορημένη κι'αυτή ,σ'ένα μυτερό γκρίζο βράχο, κοιτάζοντας δεξιά-αριστερά!! Ο γυιός της, ο ΣΚΟΤΥ, άπειρος καθώς ήταν, πήρε την μυρωδιά της προς τα πίσω πάλι, ανακατεύοντας τα κλαδιά , μ'έναν θόρυβο που σκέπαζε το σφύριγμα του αέρα! Κι'όταν θυμήθηκα την άλλη και γύρισα με ξεραμένο το λαρύγκι μου απ'την αγωνία, την είδα να φεύγει, κατηφορίζοντας την πλαγιά, μ'ένα σπαθιστό πέταγμα, προς τα μεγάλα δέντρα της λαγκαδιάς χαμηλά! Έφυγαν και οι δυό ,ωραία και καλά, χωρίς ούτε να καταλάβω πως! Φάγαμε πάνω από ώρα εκεί γύρω, ψάχνοντας το πρώτο πουλί. Πάνω-κάτω, πίσω απ'τα μυτερά βράχια που στάθηκε η σκύλα μου, τα σκυλιά μπήκαν σε κάτι αγκαθερά βάτα ακολουθώντας μια μυρωδιά, τίποτα!! Άνοιξε η γη και την κατάπιε! Το ίδιο δυστυχώς συνεχίστηκε μέχρι αργά το απόγευμα, όπου κατάκοποι και νευριασμένοι, φτάσαμε στ'αυτοκίνητο. Σηκώσαμε αρκετά πουλιά, είναι αλήθεια! Αλλά μια έβαζαν μπροστά τα δέντρα, μια η τουφεκιά κλάδευε τα πουρνάρια η πήγαινε στα..σύννεφα, δεν βάλαμε ούτε μια στην τσάντα!!

Οδηγούσα αμίλητος για το ξενοδοχείο, ενώ ο φίλος μου, περιέργως, έψαχνε να βρεί κάνα τραγουδάκι στο ράδιο! Μωρέ όρεξη που έχει για τραγούδια, σκέφτηκα! Ο Δημήτρης βρήκε ένα του κεφιού του και όταν είδε ότι τον αγριοκοίταζα, μου είπε σοβαρά-σοβαρά: «Εγώ Γιώργο μου τ'άξερα! Αυτή με τα μαύρα στο πλοίο , θυμάσαι; Μας κάρφωσε και δυστυχώς μας έδεσε πιο γερά κι'απ'τα λόγια που ξέρω για το μάτι!! Αλλά περίμενε και θα δείς αύριο, τι θα πάθουνε τ'άτιμα τα πουλιά! Λέω να πάρω το βράδυ στο τηλέφωνο την γυναίκα μου, την Ρίτα, αυτή ξέρει καλά όλες τις περιπτώσεις. Θα μας ξεματιάσει στο πι και φι απ'το …τηλέφωνο!!» Τώρα τι του λες σκέφτηκα! Προτίμησα την σιωπή. Έπειτα, που ξέρεις; Καλό είναι να βαστάμε και …..πισινή!!


Ξεμάτιασμα!! Άφησα το φορτηγάκι να ρολάρει με δευτέρα στον κατηφορικό δρόμο της επιστροφής. Το ψιλό χιονόνερο, είχε ξαναρχίσει και στις κλειστές στροφές, γλιστρούσα συνέχεια. Έπρεπε να προσέχω. Αρκετά τραβήξαμε σήμερα στο βουνό, κυνηγώντας… φαντάσματα!! Φτάσαμε στο ξενοδοχείο νύχτα, ετοιμάσαμε στα γρήγορα το φαγητό για τα σκυλιά και περιμέναμε υπομονετικά να τελειώσουν, τρέμοντας απ'την δυνατή παγωνιά. Πίεσα τον εαυτό μου να χαϊδέψω τα σκυλιά για την καληνύχτα τους, αυτά δεν έφταιγαν σε τίποτα, και χωθήκαμε βιαστικά στην ζεστασιά του καλοριφέρ στο δωμάτιο. Εγώ έβαλα το μπρίκι για καφέ, ενώ ο Δημήτρης πήγε κατ'ευθείαν στο τηλέφωνο. Αν δεν πήρα στα σοβαρά, λίγο πριν τα λεγόμενά του για το ξεμάτιασμα, έβλεπα τώρα ότι το εννοούσε! Μιλούσε κι'όλας με την γυναίκα του, κι'αφού της εξήγησε με λεπτομέρειες την κατάσταση και της ζήτησε να τον ξεματιάσει, την καληνύχτισε κι'έκλεισε το τηλέφωνο λέγοντάς μου: «Πάει κι'αυτό, έγινε! Αύριο θα δείς, θα πετάμε!!»


Ε λοιπόν, ακόμη θυμάμαι εκείνη την περίεργη επόμενη μέρα, αν και πέρασαν αρκετά χρόνια τώρα! Λογαριάζοντας τι έγινε εκείνη την μέρα, σιγουρεύομαι περισσότερο ότι η «αλήθεια» για πολλά θέματα είναι ξεχωριστή για τον καθένα μας σαν πραγματικότητα. Εγώ ποτέ δεν πίστεψα τις προλήψεις, ούτε τώρα βέβαια. Πιστεύω ότι συμπτώσεις, τραγικές καμιά φορά, πέφτουν μαζεμένες πάνω μας και μας κάνουν να πελαγοδρομούμε, ψάχνοντας εξήγηση στο υπερφυσικό! Ακόμη πιο συχνά, δικά μας λάθη, τα οποία σχεδόν πάντα ξεχνάμε να λογαριάσουμε, μας οδηγούν σε αποτυχίες, είτε στον στίβο της βιοπάλης, είτε όπως στην περίπτωσή μας, στο κυνήγι. Όμως, αυτές οι σκέψεις, αυτά τα «λογικά» συμπεράσματα, με μπερδεύουν περισσότερο! Το να θαυμάζω την υπέροχη πτήση της μπεκάτσας, την αστείρευτη εφευρετικότητά της σε τρόπους διαφυγής και κάλυψης, είναι απόλυτα «θεμιτό» και την «ανεβάζει» στο ψηλότερο επίπεδο ανταγωνιστή στο κυνήγι. Αλλά , μετά από μια μέρα με συνεχόμενες αποτυχίες, σαν κι'αυτή, με γέμισαν ανασφάλειες και αμφιβολίες για τις ικανότητές μου σαν θηρευτή της. Ενώ εγώ ξεκίνησα την άλλη μέρα το κυνήγι μ'αυτές τις σκέψεις, ο φίλος μου, ήταν σίγουρος για τις αιτίες της αποτυχίας μας. Μάτι ήταν και τώρα πέρασε!! Το πίστευε απόλυτα αυτό και χωρίς καμία αμφιβολία, τις θέρισε!! Όχι μόνο δεν έχασε πουλί που τουφέκισε, αλλά και όλα τα πήρε με μια μόνο τουφεκιά!! Κι'αυτά σε μέρος δύσκολο, πυκνό και με δυνατό αέρα!


Την επομένη λοιπόν, διαλέξαμε για το κυνήγι μας, την μισή μέρα που είχαμε ακόμη, μια αρκετά μεγάλη και κατηφορική πλαγιά που κοίταζε τον βοριά. Τρία πυκνά λαγκάδια την διέσχιζαν και ενώνονταν αρκετά χαμηλότερα σε ένα, φαρδύ, γεμάτο μεγάλα πλατάνια. Είναι ένα υγρό βαθύσκιωτο μέρος, με τους κορμούς των δέντρων, γεμάτους αναρριχητικά, με συνεχόμενους μικρούς καταράχτες, που γέμιζαν την πλαγιά με το αέναο βουητό τους. Μισογκρεμισμένες αναβαθμίδες, που ποιος ξέρει πριν πόσα χρόνια τις καλλιεργούσαν, γεμάτες τώρα , με μεγάλες σπαρτιές και βάτα, κι'ανάμεσά τους, μικρές και μεγάλες βελανιδιές, ντυμένες με τα χειμωνιάτικά τους, καφεκκόκινα της σκουριάς, ανοιχτά χρυσοκίτρινα και λιλιά . Κάθε λογής βαθυπράσινοι θάμνοι, σχίνοι, κουμαριές και πουρνάρια, εναλλάσσονταν με καφετιές φτέρες. Τριγύρω , στις κορφές της πλαγιάς, έστεκαν πελώριοι γκρίζοι βράχοι με περίεργα σχήματα, αρχέγονοι θεατές της βιοπάλης στην μικρή κοινωνία της πλαγιάς, βουβοί κι'ακούραστοι ακροατές της ανάσας της , αλλά και μάρτυρες της καθημερινής εναλλαγής, του θανάτου που δίνει ζωή. 


Πηγαίναμε εκεί μόνο μια δυό φορές τον χρόνο, γιατί ήταν δύσκολο το κυνήγι σ'αυτό το μέρος και πάντα μας άφηνε σημάδια από γρατσουνιές και σχισμένα ρούχα. Θυμάμαι μας άρεσε να στεκόμασταν αμίλητοι, πότε-πότε, για λίγη ώρα. Και τότε, όταν ξανάρχιζε η ζωή να χτυπά στο φυσικό της ρυθμό, μπορούσαμε ν'ακούσουμε καθαρά, το βουητό του νερού να σιγοντάρει το στρίγκλισμα του κότσυφα, το λάλημα μιας πέρδικας ψηλά η την ξαφνική ησυχία, που σήμαινε τον κίνδυνο της θανατερής φιγούρας μιας βαρβακίνας που σουλατσάριζε στον ουρανό! 

Ξεκινήσαμε από ψηλά, πρωί με το χάραμα, με τον κρύο αέρα να μας περονιάζει, αλλά τα σκυλιά μας ορεξάτα, πιάσαν σχεδόν αμέσως μια «ζεστή» μυρωδιά και ανηφόριζαν με φούρια προς τα αραιά φρύγανα της κορφής. Εμείς σταθήκαμε και περιμέναμε. Εκεί πάνω, μόνο πέρδικες θ'άταν, και πράγματι σε λίγο, οι άσπρες σιλουέτες των σκύλων μου, ξεχώρισαν ακίνητες, στο σκούρο φόντο του πρωϊνού και 6-7 πέρδικες, βούτηξαν στην πλαγιά, περνώντας σφυρίζοντας πάνω απ'τα κεφαλια μας. Σφύριξα δυνατά στα σκυλιά που έψαχναν με μανία της μυρωδιές τους. Δεν υπήρχε λόγος να κουράζονται αδίκως. Αυτά βέβαια δεν ήξεραν ότι το κυνήγι της πέρδικας τελείωσε πριν μια εβδομάδα. Συνεχίσαμε σιγά-σιγά στην κατηφόρα και στο πρώτο νεροφάγωμα μπροστά μου, η Μπίρμπα, η Κούρτσχααρ του Δημήτρη, άρχισε τα κόλπα της! Κουνώντας γρήγορα το ουριδάκι της, μπήκε στο νεροφάγωμα, έστριψε προς τα πάνω και στις ψηλές καφεπράσινες φτέρες στάθηκε ξαφνικά τρεμουλιάζοντας σχεδόν αθέατη! Η πρώτη «μυταρού» έκανε να πετάξει ,αλλά ο Δημήτρης την πρόλαβε στα πρώτα φτερουγίσματα, πάντα ήταν γρήγορα πιστόλι! Η Μπίρμπα την έφερε στα γρήγορα, μουγκρίζοντας στα δικά μου που την ζύγωναν. Ωραία σκέφτηκα, καλή αρχή!! Λίγα μέτρα πιο κάτω, οι φτέρες ανακατεύονταν με πυκνά κι'αγκαθερά βάτα, όταν το κουδουνάκι της Μπίρμπας σταμάτησε πάλι, κοντά σ'ένα γυμνό, ταλαιπωρημένο απ'τον αέρα δεντράκι. Ο Δημήτρης κατέβηκε γρήγορα χαμηλότερα και καθώς εγώ ξεχάστηκα θαυμάζοντας την φέρμα «συναίνεσης» των σκύλων μου, η τουφεκιά του φίλου μου, σταμάτησε την δεύτερη που προσπάθησε να φύγει αθόρυβα! Είπα να κατεβούμε χαμηλότερα, ο φίλος μου όμως επέμενε να μείνουμε ακόμη λίγο ψηλά. Εγώ είχα τις αντιρρήσεις μου, αλλά όπως φάνηκε στην συνέχεια, μερικά πουλιά προτίμησαν να μείνουν εκεί ψηλά, παρ'όλο τον δυνατό βοριά και ενάντια στις προβλέψεις μου! Κι'έτσι, πριν περάσει ούτε ώρα, ο Δημήτρης είχε βάλει άλλες δυο στην «ευλογημένη» τσάντα του, εύκολα και απλά , σαν σε σκοπευτήριο!! Εγώ έψαχνα συνεχώς χαμηλότερα, διαλέγοντας προφυλαγμένα απ'τον άνεμο μέρη, δίπλα σε μισογκρεμισμένους τοίχους και στις ρίζες των θάμνων. Επιτέλους, ο Λάκης, μου βρήκε μια σε μια μεγάλη βουρλιά . Τον είδα να φερμάρει κι'έτρεξα γρήγορα κοντά του. Δεν την περίμενα τόσο κοντά στον σκύλο και στάθηκα απότομα! Το όμορφο πουλί , ήταν έξω απ'την βουρλιά, λουπαγμένο με την κοιλιά στο χώμα και τ'ασπρόγκριζα φτερουδάκια της ουράς της, ήταν ανοιχτά σαν μικρή κινέζικη βεντάλια, γυρισμένη στην μύτη του σκύλου μου!! Τα μαύρα της μάτια, με κοίταζαν ακίνητα, πελώρια και γιάλιζαν περίεργα, βλοσυρά! Σαν θυμωμένη μου φάνηκε που της χάλαγα την ησυχία, αλλά εγώ σκεφτόμουν τα δικά μου νεύρα με την διαολοράτσα της και τα χθεσινά τους κόλπα, που μ'έκαναν σχεδόν να θέλω να πετάξω ξ'οπίσω τους, το…άδειο τουφέκι μου! 


Αυτή θα πλήρωνε τα σπασμένα τώρα, θα την έβαζα στην τσάντα μου ότι και να γινόταν! Το πουλί, διάβασε τις σκέψεις μου, σηκώθηκε μ'ένα μικρό φτερούγισμα και συνέχισε πετώντας απαλά, ήρεμα, λικνίζοντας το σώμα της δεξιά-αριστερά, κόντρα στον αέρα, τραβώντας για τον χαμηλό τοίχο μπροστά μου στα 10 μέτρα! Επώμισα γρήγορα και προσπάθησα να «μοιράρω» ένα στόχο που σκαμπανέβαζε συνέχεια, έπρεπε να σημαδέψω σωστά, αυτό το πουλί δεν έπρεπε να φύγει! Πάτησα την σκανδάλη, την ώρα που μια δυνατή πνοή του ανέμου, ανασήκωνε την μπεκάτσα μισό μέτρο περίπου! Πάει χαμένο το διασποράς σκέφτηκα, ρίχνοντας αμέσως το δεύτερο! Το άτιμο πουλί όμως, την ίδια στιγμή που έριχνα, γύρισε απότομα προς το χώμα και μ'ένα απίθανο ακροβατικό, βούτηξε πίσω απ'τον τοίχο και χάθηκε!! Έτρεξα γρήγορα βρίζοντας πίσω απ'τα σκυλιά μου, με την ελπίδα ότι την «σκάγιωσα». Πίσω απ'τον τοίχο όμως, το μόνο που υπήρχε ήταν, η απότομη κατηφόρα προς τα δέντρα και τα σκυλιά που έτρεχαν μάταια ξοπίσω της! Κάθισα στον χαμηλό τοίχο προσπαθώντας να ηρεμήσω και μουρμούρισα στον φίλο μου που ρωτούσε τι έγινε, κάτι δικαιολογίες για τον άνεμο που «έπαιρνε» το πουλί, λές και αυτός τουφεκούσε με …καλοκαιρία! «Ρε συ, τουφέκιζε γρήγορα σου λέω, θα βρούμε πουλιά σήμερα, μη σε νοιάζει. Δεν έχουμε και την χθεσινή γρουσουζιά, η Ρίτα μας βόλεψε καλά, θα δείς!!» Αυτός το βιολί του σκέφτηκα, με το ..μάτιασμα! Άσε που παραλίγο να τον ..βρίσω!

Τελειώσαμε το ψάξιμο ψηλά στην αρχή των λαγκαδιών και στα «ξάνεμα» μέρη, στα νεροφαγώματα, το «σκορ» ήταν 4-0 υπέρ του φίλου μου, που κρυφογελούσε ικανοποιημένος και ριχτήκαμε βιαστικοί στην περιπέτεια, μέσα στα πυκνά, δεν είχαμε και πολύ χρόνο, άλλες τρεις ώρες περίπου. Έπρεπε να προλάβουμε το πλοίο της επιστροφής. Βάλαμε πάλι μπροστά το σχέδιο, ο ένας σκοπός και ο περιπατητής ψάξιμο με τα σκυλιά στο πυκνό, αλλά αυτός που μάζευε τα πουλιά, ήταν μόνο ο Δημήτρης!! Με μια απίθανη ρέντα, που με είχε κάνει να σκάσω , είναι αλήθεια, τα τουφέκιζε μόλις έκαναν να ξεμυτίσουν πάνω απ'τα δέντρα, κι'αν έκανε καμιά να φύγει προς άλλη κατεύθυνση , την άφηνε να φύγει ατουφέκιστη, να μην την αγριέψει, μάρκαρε που έπιανε και όταν την βρίσκαμε πάλι, την έστελνε με «συνοπτικές διαδικασίες», ένα φυσίγγι, να κάνει παρέα με τις άλλες, στην τσάντα του. Κι'όταν η τσάντα του γέμισε και βάρυνε πολύ, αναγκάστηκα, παρ'όλο που έβραζα από ζήλια κι'αγανάχτηση , να κουβαλάω και γώ μερικές, σαν «βαστάζος»!
Τα σκυλιά μας, δούλευαν ασταμάτητα, είχαν τρελαθεί απ΄τις μυρωδιές και τις τουφεκιές, ενώ εγώ, μοναδική παραφωνία, συνέχιζα μια να μην τις προλαβαίνω και μια να ρίχνω βιαστικά και κοντά. Αλλά και μερικές φορές που πραγματικά σημάδεψα καλά και ήμουν σίγουρος ότι, επιτέλους θα την δω να στριφογυρίζει χτυπημένη, τίποτα, το πουλί συνέχιζε μυστηριωδώς να πετάει …για ένα καλύτερα αύριο, λες κι'έριχνα φυσίγγια με πίτουρα!! Η αλήθεια είναι ότι ο τόπος αυτός, πραγματικά ιδανικό καταφύγιο της μπεκάτσας, δεν έδινε και πολλές ευκαιρίες σ'αυτόν που τουφεκούσε. ΄Επρεπε ν'άχω το νου μου συνέχεια στα κουδούνια των σκύλων, να βλέπω σχεδόν ταυτόχρονα όλη την περιοχή που έψαχναν, αλλά κι'εκει που πάλευε με τα κλαδιά ο «περιπατητής». Τα πουλιά , άλλοτε με γρήγορο θορυβώδες φτερούγισμα κι'άλλοτε τελείως αθόρυβα, έβγαιναν μόλις πάνω απ'τις κορφές των δέντρων και μόλις μ'έβλεπαν, βούταγαν αμέσως ξανά στο πυκνό η άλλαζαν πορεία απότομα και απομακρύνονταν. 


Έπρεπε να τουφεκίσω χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση! Κι'αν διάλεγαν άλλο τρόπο ,χαμηλή πτήση, γλιστρώντας ανάμεσα στους κορμούς, έβγαιναν εκεί που δεν τις περίμενα, αθόρυβα, πολλές φορές περνώντας σαν σαΐτες δίπλα μου, με την τεράστια μύτη τους να κρέμεται αστεία στο χώμα και το βλοσυρό τους βλέμμα , να με καρφώνει επιτιμητικά! Είχα όμως, παρ'όλα αυτά 3-4 καλές ευκαιρίες, αλλά τις έχασα, κιόταν ερχόταν η σειρά μου για ψάξιμο στα πυκνά κλαδιά, άκουγα την τουφεκιά του Δημήτρη, και ήξερα , ήμουν σίγουρος πια ότι, άλλη μια θα βάραινε την τσάντα μου!!Και είχα μετά τον φίλο μου, να μου δίνει συμβουλές σαν «ειδικός»!! Είχε δίκιο βέβαια, αλλά εγώ δεν χρειαζόμουν τις γνώσεις του, την δική μου χαμένη ηρεμία και αυτοπεποίθηση έψαχνα να βρω και οι «συμβουλές» του , το μόνο που έκαναν, ήταν να με «φτιάχνουν» περισσότερο! Κάθε φορά που στέκαμε για λίγο σε κανένα φυλαγμένο απ'τον αέρα μέρος, είχα κήρυγμα! Είχα απηυδήσει πια και κοίταξα το ρολόϊ μου . Είχαμε μόνο μια ώρα ακόμη ψάξιμο, και σηκωθήκαμε ν'αρχίσουμε τον ανήφορο, αλλά απ'την άλλη πλαγιά του βαθιού λαγκαδιού.

Αφήσαμε πίσω γρήγορα το παλιό σπίτι της πλαγιάς, που μας έδωσε λίγο πριν την ζεστασιά του. Ήταν ένα μισογκρεμισμένο απομεινάρι της ανθρώπινης παρουσίας στον όμορφο αυτό τόπο. Πέτρινο , μεγάλο, με πολλά μικρά δωμάτια κι'ένα ευρύχωρο μπροστά, που έβγαζε σε μια τετράγωνη βεράντα, στρωμένη με ακανόνιστες πλάκες. Κάθε λογής χόρτα και αγριάγκαθα φύτρωναν ανάμεσα στις μαυρισμένες πλάκες της βεράντας, αλλά δεν μου ήταν δύσκολο να φανταστώ τις φαμελιές που ξεκουράζονταν εκεί, αγναντεύοντας την κατηφορική καταπράσινη πλαγιά στα πόδια τους, πέρα στο βάθος, τις γκρίζες κορφές των ψηλών βουνών κατά τον βοριά και δυτικά, την απέραντη θάλασσα π'ασημογιάλιζε αγριεμένη. Αναρωτήθηκα πόσες γενιές χρειάστηκαν και πόσες ώρες κοπιαστικής δουλειάς ξοδεύτηκαν, στις γκριζόμαυρες ξερολιθιές και στις αναβαθμίδες που κράταγαν το πολύτιμο χώμα, γεμάτες σπαρτιές και βάτα τώρα. 


Κάθε μεγέθους κελιά, χοιροκέλια, κοτέτσια, αποθήκες για την συγκομιδή, άλλα στέρεα ακόμη, άλλα με γερμένους τοίχους, περιτριγύριζαν το παλιό σπίτι, όλα τώρα παραδομένα στην φύση, που τα κατάπινε αργά, αδυσώπητα. Μέσα, σε μερικά δωμάτια, ακόμη στέκονταν στους τοίχους μεγάλα κομμάτια στέρεου σοβά, και θυμάμαι πόση εντύπωση μου έκαναν, οι αναρίθμητες ημερομηνίες που ήταν χαραγμένες πάνω τους. Οι περισσότερες, πράγμα περίεργο, τα πέτρινα χρόνια του πολέμου, 1940-1950, λίγες παλιότερες μέχρι το 1935 και αρκετές τα κατοπινά χρόνια. Όλες με διαφορετικό χάραγμα και σχέδια στα αρχικά των ονομάτων, έδιναν στο σπίτι τον χαραχτήρα καταφύγιου κατατρεγμένων στους χαλεπούς καιρούς. Χάραξα κι'εγώ, μ'ένα σκουριασμένο χοντρόκαρφο που βρήκα μισοχωμένο στο πάτωμα, όσο μπορούσα πιο καλλιγραφικά : « 8-12-1990 ΚΥΝΗΓΟΣ» Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωσα ότι έπρεπε να δηλώσω την παρουσία μου και τον σκοπό μου, έτσι για να ξεχωρίζω απ'τους κυνηγημένους!!
Βρήκαμε ένα στενό πέρασμα στο λαγκάδι, ανάμεσα από βάτα που προσπάθησαν γενναία να μας κρατήσουν εκεί και βγήκαμε με λίγες σχετικά γρατσουνιές, εκτός από μια βαθιά στο δεξί μου αυτί! 


Έβγαλα λίγο χαρτί τουαλέτας που είχα πάντα μαζί μου για ώρα…ανάγκης και σφούγγισα τις κόκκινες σταγόνες της γρατσουνιάς και όταν κοίταξα πάλι τον ανήφορο, είδα την ΜΟΛΥ και τον ΛΑΚΗ μου ακίνητα να φερμάρουν όλο ένταση λίγο αριστερά μου στα 2 μόνο μέτρα από μένα! Πατούσα στο κατηφορικό ανάχωμα, λίγα μέτρα απ'το λαγκάδι και η φασαρία του νερού που κατέβαινε ορμητικό , δεν μ'άφηνε ν'ακούσω τον Δημήτρη που κάτι μου φώναζε πιο πάνω, αλλά σχεδόν αμέσως μια μπεκάτσα εμφανίστηκε απ'το πουθενά , πέρασε δίπλα μου σαν σφαίρα και βούτηξε στο λαγκάδι με τα βάτα! Η ΜΟΛΥ γύρισε και την είδε αλλά ξαναγύρισε την μύτη της αμέσως μπροστά της, δείχνοντας όπως κι'ο ΛΑΚΗΣ τις χοντρές ρίζες ενός μεγάλου πλάτανου, που στριφογυρίζοντας κατέβαιναν στο λαγκάδι. Κοίταζα κι'εγώ εκεί συνέχεια με κομμένη την ανάσα , αλλά δεν έβλεπα τίποτα άλλο εκτός από φτέρες, ξερά κιτρινισμένα φύλα του μεγάλου δέντρου και τον χοντρό κορμό στην όχθη του χειμάρου.

 Ο Δημήτρης εμφανίστηκε κατεβαίνοντας σκυφτός κάτω απ'τα κλαδιά των δέντρων και μαζί του τα άλλα σκυλιά μας, η ΜΠΙΡΜΠΑ κι'ο ΣΚΟΤΥΣ μου, και όλοι μαζί κοκάλωσαν στην θέα μας! Ακίνητοι ,σε λίγα μόνο τετραγωνικά μέτρα, μισοσκυμένοι κάτω απ'τα χαμηλά κλαδιά και σχεδόν μεσ'τα πόδια μας τα σκυλιά, κοιτάζαμε την ρίζα του πλάτανου. «Έβγαλα μια μπεκάτσα, έκανε κατά δω, την είδες; Εκεί θ'άναι έ;» μου ψιθύρισε ο φίλος μου. «Όχι» του είπα και του έδειξα τα βάτα του λαγκαδιού που είχε πιάσει το πουλί, κάνοντας το σχέδιο της βουτιάς με το χέρι μου. Ο ΛΑΚΗΣ ξεκίνησε σιγά-σιγά, πέρασε στην άκρη της όχθης και κοίταζε κάτω προς τα νερά! Ξαφνικά όλοι μαζί οι σκύλοι , όρμηξαν προς την άλλη πλευρά του χοντρού κορμού , κι'έπεσαν με φόρα πάνω σ'ένα μεγάλο .....λαγό, που προσπάθησε ν'ανέβει την όχθη, προς την άλλη μεριά του δέντρου! Ένα δυνατό στρίγκλισμα του λαγού και σε λίγα δευτερόλεπτα τα σκυλιά τον τραβούσαν απ'τα πόδια μουγκρίζοντας !! 

Ο Δημήτρης έκανε μεγάλες χαρές. Βλέπεις τ'όχε μεγάλο καημό να χτυπήσει λαγό. Δεν είχε ποτέ του γευτεί αυτή την χαρά, αν και από ευκαιρίες χαμένες τόσες πολλές, που τούχε μείνει …κουσούρι! Έβλεπε λαγό και αντί να τον τουφεκίσει, φώναζε δυνατά : «λαγός, λαγός»! Έτσι , φάγαμε εκεί, περίπου 20λεπτά γελώντας. Στόλισα τον λαγό στην πλάτη του Δημήτρη, που παρ'όλη την παραφουσκωμένη τσάντα του, κορδώθηκε και όχι μόνο δεν παραπονέθηκε, αλλά το φχαριστιώνταν κι'όλας! 


Η ώρα περνούσε γρήγορα και ξεκινήσαμε αμέσως για το αυτοκίνητο, αφήνοντας πίσω το λαγκάδι και την τελευταία μπεκάτσα που βούτηξε στα βάτα. Ήταν το μοναδικό πουλί που αφήσαμε, απ'όλα όσα βγάλαμε !! Ακολουθήσαμε ένα γιδομονοπάτι που έβγαζε ψηλά και φτάσαμε μετά από λίγη ώρα λαχανιασμένοι στο φορτηγάκι μου. Δεν καθυστερήσαμε πουθενά, θα χάναμε το πλοίο! Το περιστατικό με τον λαγό μου είχε φτιάξει την διάθεση και μισοξέχασα την αστοχία μου , για δυο συνεχόμενες μέρες! Οδήγησα πολύ βιαστικά και προλάβαμε το πλοίο την τελευταία στιγμή. Πριν να βγούμε απ'το αυτοκίνητο, έριξα μια ματιά στις φουσκωμένες τσάντες μας. Τελικά ήταν μια ωραία μέρα σκέφτηκα. Ένα μεγάλο λαγό τα σκυλιά, αρκετές γρατσουνιές και σκισίματα εγώ, και 12 μπεκάτσες ο Δημήτρης!
Η Ρίτα, η γυναίκα του φίλου μου , έκανε φαίνεται καλή δουλειά με το ξεμάτιασμα δια τηλεφώνου, αλλά δυστυχώς μόνο για τον άντρα της!!




Γιώργος Σουρλάγκας

Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...