01 November 2012

"Ο Πουλοκυνηγός"


Ένα ωραίο διήγημα του Fred McGavran από το περιοδικό : Gray's Sporting Journal - The Bird Hunting Book. (Τεύχος Αυγούστου 2003)



"Όλοι είχαν ακούσει την ιστορία, αλλά όταν οι σκιές έπεσαν στο δάσος, η ιστορία από φαντασία έγινε πραγματικότητα"

Όλοι έλεγαν οτι η σκύλα του κυνηγούσε καλύτερα στις ιστορίες που έλεγε ο Μάϊκ, ο "πουλοκυνηγός" όπως τον ήξεραν στο χωριό, παρά στον κυνηγότοπο! Εγώ την είχα δεί μόνο μια φορά, πριν τον ξαφνικό θάνατο του Μάϊκ. Ήταν ένα κιτρινιάρικο μπάσταρδο, μια θηλυκιά, ανάμιξη Σέττερ με Λαμπραντόρ με χρώμα που ταίριαζε περισσότερο σε μασημένη τσίχλα παρά σε σκυλί. Αλλά και ο Μάϊκ, με την μακριά του γενειάδα και τα τριμμένα τζήνς, έμοιαζε να είναι εκτός τόπου και χρόνου όταν κατέβαινε στην πόλη για τις δουλειές του. Συνήθιζε να την φέρνει μαζί του στο μικρό του γραφείο να του κρατάει συντροφιά καθώς δούλευε, έτσι μου έλεγε όταν τον συναντούσα. Αλλά η συνήθης κατάληξη ήταν να την βγάζει μακρινούς περιπάτους στο πάρκο της πλατείας, όπου τον έβλεπα και πάντα είχε να μου διηγηθεί κάποια πιο φρέσκια ιστορία για κυνήγια. Όποτε μου έλεγε την προσφιλή του ιστορία με την αρκούδα για πολοστή φορά, ήξερα οτι η σύντομη συνάντησή μας στην πλατεία δεν θα ήταν καθόλου σύντομη! Ο Μάϊκ έλεγε με σιγουριά οτι ήταν έτοιμος να γράψει ένα βιβλίο με ιστορίες για το κυνήγι των πουλιών που τόσο αγαπούσε, αλλά ήταν πολύ καλύτερος στην διήγηση τέτοιων περιστατικών παρά στο γράψιμο, αφού δεν είχε γράψει ακόμη καμία!
Όταν διάβασα στην τοπική εφημερίδα την ανακοίνωση για την κηδεία, τίποτα δεν μου θύμισε τον πουλοκυνηγό και το σκυλί του, που το κρατούσε πάντα με το αριστερό του χέρι από το δερμάτινο λουρί, μια και το δεξί του ήταν κατά τι κοντύτερο από μια σοβαρή εγχείρηση μετά από ατύχημα, της οποίας η βαθειά ουλή σε όλο το μήκος του χεριού του φαινόταν καθαρά τα καλοκαίρια όταν ο Μάϊκ κατέβαινε στην πόλη με το μπλουζάκι και το τζήν. Το όνομα στην νεκρολογία, ήταν μακρύ έτσι όπως έβαλαν όλο το όνομά του, Frederick Michael Jaeger, όπως δηλαδή υπέγραφε τα έγγραφα στα δικαστήρια και τον χαρακτήριζαν σαν ένα "παλιομοδίτη δικηγόρο, αφωσιωμένο στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των φτωχών". Εγώ τον ήξερα μόνο σαν Μάϊκ και απ'ότι έλεγαν οι δικηγορικοί κύκλοι της πόλης μας, αντιπροσώπευε τους φτωχούς γιατί αυτοί είχαν τις λιγότερες απαιτήσεις από την δουλειά του.
Μόνο την επόμενη μέρα, κατάλαβα οτι η νεκρολογία αφορούσε τον Μάϊκ τον πουλοκυνηγό, όταν μου τηλεφώνησε ένας φίλος που του νοίκιαζε το μικρό του γραφείο. Η οικογένεια του Μάϊκ ήταν από Νοτιοδυτικά και επειδή ο αδελφός του πλήρωνε το ενοίκιο του μικρού του γραφείου στην πόλη μας και είχε το τηλέφωνό του, παρεκάλεσε τον ιδιοκτήτη και φίλο μου να βρεί κάποιον άλλον δικηγόρο να αναλάβει τις τρέχουσες υποθέσεις που είχε αναλάβει ο Μάϊκ. Ο φίλος ιδιοκτήτης με πίεζε και περίμενε άμεση απάντηση, γι'αυτό και γω παρ'όλο που ήμουν πνιγμένος στη δουλειά, του είπα οτι ίσως θα μπορούσα να τις δουλέψω τα Σαβατοκύριακα, μια και ήξερα οτι ήταν απλές υποθέσεις με λίγη δουλειά.
"Πολύ ωραία", μου είπε ο φίλος ο Τζων, "Θα τον θάψουν στο αγρόκτημά του ψηλά στο βουνό το Σάββατο το απόγευμα. Μπορείς να έλθεις αν θέλεις στην κηδεία να παραλάβεις και τους φακέλους του"...

Στην κηδεία ήσαν σχεδόν όλοι όσοι γνώριζαν τον Μάϊκ, εκτός από την σκύλα του η οποία μάλλον θα τον πενθούσε κάπου μόνη. Εγώ γνώριζα εκεί μόνο τον ιδιοκτήτη του γραφείου που νοίκιαζε ο Μάϊκ και κανα δυο δικηγόρους κυνηγούς από την πόλη, αλλά οι κτηματίες της περιοχής, οι κυνηγοί και ο αδελφός του από το Τέξας μου ήταν άγνωστοι. Για μένα ο Μάϊκ ήταν ο ιδιόρυθμος δικηγόρος πουλοκυνηγός και ένας ..παρ'ολίγον συγγραφέας, για τον αδελφό του ήταν το αγόρι της οικογένειας που πήρε τον "λάθος δρόμο" από τις οικογενειακές αρχές και παραδόσεις με την απόφασή του για "απομόνωση" εδώ στην ερημιά και για τους συγχωριανούς του κυνηγούς, ο καλύτερος "παραμυθάς" κυνηγετικών περιστατικών και αυτός που γοητεύτηκε περισσότερο από την ομορφιά της περιοχής τους και έμεινε εκεί.
Είχαν ήδη σκάψει ένα μεγάλο λάκκο στο παλιό οικογενειακό κοιμητήριο, 100 μέτρα μπροστά στην παλιά αγροικία που βρισκόταν αρκετά μακριά από το χωριό, απομονωμένη σχεδόν δίπλα στην αρχή του πυκνού ελατοδάσους που άρχιζε μόνο 200 περίπου μέτρα από το σπίτι. Δεν ήταν το οικογενειακό τους βέβαια κοιμητήριο, αλλά ήταν γραμμένο στην λιτή διαθήκη που βρήκε η οικογένεια του Μάϊκ να τον θάψουν στο βουνό, δίπλα στους κυνηγότοπους που αγάπησε όπως μας αφηγήθηκε ο αδελφός του. Η σύντομη κηδεία ολοκληρώθηκε με τα λίγα λόγια που είπε ο αδελφός του για τον "χαμένο αλλά καλό" αδελφό και μαζευτήκαμε όλοι για το κέρασμα στην ευρύχωρη σάλλα του σπιτιού με το ξύλινο πάτωμα και το τεράστιο τζάκι. Μας κέρασαν λεμονάδα και παξιμάδι και αρχίσαμε να λέμε μερικές ιστορίες από αυτές που στις κηδείες συνηθίζονται και προκαλούν κάποια εύθυμη διάθεση και την συμπάθεια για τον πεθαμένο. Η ιστορία φυσικά που όλοι ήξεραν καλύτερα, ήταν αυτή με την αρκούδα και ο φίλος μου ο Τζων για να αποδείξει οτι ήταν αλήθεια, άρχισε να καλεί την σκύλα του Μάϊκ για να μας δείξει τα σημάδια και τις ουλές, αλλά απάντηση δεν πήρε. Όλοι όμως τα είχαμε δεί. Τέσσερις μεγάλες βαθιές ουλές από ραφές στην πλάτη και στην δεξιά της πλευρά, εκεί όπου η αρκούδα την χτύπησε ακριβώς πριν ο Μάϊκ την πυροβολήσει. "Θα σας πω εγώ πως ακριβώς έγινε" είπε τότε ένας κυνηγός από το χωριό και άρχισε την διήγηση πάλι από την αρχή! Ανάλογα ποιός έλεγε την ιστορία αυτή, πότε ήταν ακόμη περισσότερο αστεία ή ακόμη περισσότερο τρομακτική σαν τον χειρότερο εφιάλτη!
Ο Μάϊκ είχε βγεί για μπεκάτσες εκείνο το γκρίζο απόγευμα του Οκτώβρη και αφού έψαξε όλο σχεδόν το βουνό πάνω απ'το σπίτι του και δεν βρήκε καμιά, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στην ζεστασιά του τζακιού του. Πριν αρκετά χρόνια είχε αγοράσει σε τιμή ευκαιρίας αυτή τη γή με την παλιά κατοικιά που τότε ήταν στη μέση του δάσους που του ανήκε, τουλάχιστον έως την κορφή του βουνού, πάνω από 200 στρέμματα έκταση. Σχεδόν αμέσως μετά την αγορά της, ο Μάϊκ πούλησε για ξυλεία όλα τα έλατα που βρίσκονταν σε απόσταση 200 μέτρων ολόγυρα από το σπίτι και σήμερα αυτή η περιοχή ήταν γεμάτη μικρούς και μεγάλους θάμνους. Είχε βέβαια ανάγκη από τα χρήματα που πήρε τότε και γι'αυτό το έκανε μάλλον, αλλά αυτός έλεγε οτι έτσι θα έφιαχνε έναν μικρό βιότοπο για τις μπεκάτσες που λάτρευε. Μόνο οι κυνηγοί του χωριού τον πίστεψαν βέβαια!
Παγωμένος και απογοητευμένος λοιπόν γύριζε πίσω ο Μάϊκ εκείνο το απόγευμα, αλλά η φιλότιμη σκύλα του συνέχιζε απτόητη να ψάχνει πάνω-κάτω την πλαγιά, ακόμα και όταν έφτασαν στο τέλος του δάσους και αντίκρυσαν την γνωστή φιγούρα του παλιού σπιτιού. Και τότε, ξαφνικά η σκύλα του σταμάτησε φερμάροντας σ'ένα μικρό κέδρο. Ο Μάϊκ πλησίασε αργά και είδε την μπεκάτσα λουπαγμένη στη ρίζα του. Λόγω της αδυναμίας του στο δεξί χέρι, πυροβολούσε με ένα μονόκανο 12άρι από αριστερά και γι'αυτό προσπάθησε να πάρει καλύτερη θέση υποχωρώντας με σιγανά βήματα. Τότε όμως ήταν που γλίστρησε πατώντας σε μια μεγάλη και φρέσκια σκατούλα γελάδας και έπεσε πίσω με την πλάτη στην κατηφόρα..Η μπεκάτσα σηκώθηκε πετώντας προς τα γειτονικά έλατα και ο πυροβολισμός του έφυγε στον αέρα.. Ο Μάϊκ δεν μπορούσε να σκεφτεί πως μια αγελάδα βρέθηκε στην γή του και τι στο διάολο είχε φάει και τα σκατά της βρωμούσαν τόσο πολύ!
"Γαμώ το..." έβρισε την τύχη του και την .."χαμένη" αγελάδα και σκουπίζοντας την λερωμένη μπότα του με την απαίσια βρώμα στα χαμηλά κλαριά, φώναξε την σκύλα του..."Πάμε σπίτι ρε Σούζη.." Η σκύλα του μόλις έβγαινε από τα πρώτα έλατα καθώς είχε ακολουθήσει για λίγο την μπεκάτσα με την ελπίδα οτι την πέτυχε η τουφεκιά, αλλά λίγα μέτρα από το κεδράκι, ξαναφερμάρησε κοκαλώνοντας με ένταση.. "Τι στο διάολο" σκέφτηκε ο Μάϊκ.. Κι'άλλη μπεκάτσα θ'άναι! Έψαξε όλο το βουνό για τρεις ώρες χωρίς να βρεί καμμιά ενώ δίπλα στο σπίτι ήταν δυό μαζί! Κράτησε το όπλο με το αδύνατο δεξί του, έβαλε ένα φυσίγγι στην άδεια θαλάμη με τ'αριστερό και είπε στην σκύλα του .."Μέσα μωρή..." Η σκύλα όρμηξε στη μπεκάτσα που σηκώθηκε με θόρυβο για τα δέντρα, ο Μάϊκ σκόπευσε γρήγορα και της έριξε χτυπώντας την μεν αλλά οχι σε σημείο να πέσει αμέσως και η μπεκάτσα πετώντας αργά και με φανερό γέρσιμο στο πλάϊ, χώθηκε στα έλατα..
"Φέρτη Σούζη μου...φέρτη γρήγορα" φώναξε χαρούμενος στη σκύλα του και αυτή ακολούθησε την πληγωμένη μπεκάτσα στο δάσος. Ξαναγέμισε το όπλο ενώ σκεφτόταν οτι η αστοχία του ήταν απερίγραπτη. Ίσως θα έπρεπε να τελειώνει με τα όπλα πιά! Ήταν τόσο εύκολος στόχος αυτό το πουλί, αλλά το αδύνατο δεξί του τον εμπόδιζε συχνά με αποτέλεσμα να χάνει πολλά τέτοια εύκολα πουλιά αλλά το χειρότερο ήταν να τα τραυματίζει και να τα χάνει... Η σκύλα του φάνηκε να βγαίνει με φούρια απ'τα δέντρα χωρίς το πουλί! ..."Τι στο διάολο.. δεν την βρήκες μωρή;.." Η σκύλα του όμως τον ζύγωσε γρήγορα και πηδώντας στο στήθος του σιγόκλαψε φοβισμένη.. "Τώρα τι διάολο έχεις πάθει ρε Σούζη;" της φώναξε και κοίταξε τα έλατα.. Ένας μεγάλος σκούρος όγκος του φάνηκε να κινείται εκεί και ξαφνικά την είδε.. Μια μεγάλη αρκούδα ερχόταν προς το μέρος του..Είχαν τον άνεμο στην πλάτη και γι'αυτό ενώ αυτός και η σκύλα δεν την μύρισαν, η αρκούδα θα τους είχε μυρίσει από ώρα..
"Oooo γαμώ το..." φώναξε ο Μάϊκ και γυρίζοντας προς το σπίτι άρχισε το τρεχαλητό.. Η σκύλα του όμως όρμηξε προς την αρκούδα που κατέβαινε με μεγάλα πηδήματα προς το μέρος τους και άρχισε να την γαυγίζει.. Ο Μάϊκ γύρισε και είδε την αρκούδα να χτυπά όπως διώχνουμε τα κουνούπια με μια κίνηση του ποδιού της την σκύλα του, που έπεσε στο πλάϊ και τότε βρίσκοντας την ευκαιρία την πυροβόλησε στο κεφάλι..
"Η αρκούδα έβγαλε μια κραυγή σαν κλάμα μωρού και έπεσε βαρειά στο έδαφος".. είπε ο αφηγητής και όλοι γέλασαν δυνατά. Ήταν ένα σημείο στην ιστορία που πάντα ήταν ίδιο...Μετά η αρκούδα σηκώθηκε αργά σαν παλαιστής του..ΣΟΥΜΟ και γύρισε προς τον κυνηγό.. Η μια πλευρά του προσώπου της ήταν μια πληγή που αιμορραγούσε και στην άλλη ένα τεράστιο κόκκινο μάτι στριφογύριζε.. Ο Μάϊκ γύρισε προς το σπίτι τρομοκρατημένος και προσπάθησε να τρέξει, αλλά ξαναγλίστρησε στα αρκουδόσκατα και έσκασε με την πλάτη στις φτέρες.. Η αρκούδα ζαλισμένη και σχεδόν τυφλή από το χτύπημα προσπάθησε να τον ακολουθήσει, αλλά σκόνταψε στα απλωμένα του πόδια και έπεσε πάλι με την πλάτη τώρα όμως ..μισοσκεπάζοντας με το τεράστιο σώμα της τον Μάϊκ.. "Πάει ...με σκότωσε..δεν μπορώ να κουνηθώ πια...δεν μπορώ να πάρω ανάσα..." σκεφτόταν ο Μάϊκ κάτω από το τεράστιο βάρος....
Ένοιωσε κάτι να του γλύφει τον λαιμό. Ο Μάϊκ έκλεισε τελείως τα μάτια περιμένοντας τον θάνατο..Αλλά ότι και να ήταν αυτό που τον έγλυφε συνέχισε να τον γλύφει και στα μάτια...Ήταν η σκύλα του που προσπαθούσε να του πει να σηκωθεί τώρα να φύγουν όσο η αρκούδα κοιτώνταν ακόμα στο έδαφος ρουθουνίζοντας βαθειά με ένα άσχημο ρόγχο. Ο Μάϊκ με υπεράνθρωπη προσπάθεια μετακίνησε το κορμί του λίγο έξω από το σώμα της αρκούδας και σηκώθηκε.. Η αρκούδα τότε σήκωσε το κεφάλι και προσπάθησε να πιάσει την μυρωδιά του.. Η ατρόμητη σκύλα του τότε της όρμηξε και γαυγίζοντάς την την δάγκωσε στο πίσω απλωμένο πόδι της, αναγκάζοντάς την να γυρίσει προς το μέρος της. Ο Μάϊκ απομακρύνθηκε γρήγορα ακολουθούμενος από την σκύλα του, ενώ η αρκούδα σηκώθηκε με κόπο και τυφλή όπως ήταν συνέχιζε να προσπαθεί να πιάσει την οσμή τους μυρίζοντας τον αέρα.. Έφτασαν επιτέλους στο σπίτι και κλειδώθηκαν μέσα..
"Η σκύλα τον εμπιστευόνταν τόσο πολύ που έκατσε με υπομονή ακίνητη όσο ο Μάϊκ της έρραβε τα τρομερά σχισίματα στο σώμα της".. είπε ο αφηγητής κυνηγός. Εκείνη την νύχτα ο Μάϊκ κοιμήθηκε σε μια πολυθρόνα δίπλα στην κλειδωμένη πόρτα, έχοντας στα γόνατά του το όπλο του γεμάτο με χοντρά σκάγια αυτά που είχε για Ζαρκάδια, για την περίπτωση που η αρκούδα ακουλουθώντας την οσμή τους ερχόταν στο σπίτι.
"Από τότε δεν ξαναπήγε κοντά σ'εκείνα τα δέντρα".. είπε ένας κτηματίας. Κοίταξα ψηλά προς τα καταπράσινα έλατα του λόφου πάνω απ'το σπίτι. .."Μου έλεγε ότι άκουγε το μουγκρητό της συχνά από εκεί.." είπε ο Τζών.."Μια νύχτα μάλιστα πλησίασε τόσο κοντά στο σπίτι, που ο Μάϊκ μπορούσε να την μυρίσει..."
"Ίσως στα όνειρά του!.." ειρωνεύτηκε ένας από τους κυνηγούς..
"Εγώ πάντως μια φορά είδα αγελαδόσκατα στην άλλη πλευρά της αποθήκης μου..." συμπλήρωσε ο κτηματίας και όλοι γέλασαν πάλι δυνατά.
"Την έλεγε τόσο ωραία αυτή την ιστορία", είπε ο Τζών με μια δόση θυμού στη φωνή του, "που είναι κρίμα που ποτέ δεν την έγραψε...Αυτός ο "άχρηστος" θα μπορούσε να ήταν ένας σπουδαίος συγγραφέας".
"Ήταν ατύχημα Τζών" είπε ένας από τους δικηγόρους.."Δεν ήταν κανενός λάθος"
"Αυτό ακριβώς είναι που με νευριάζει".. απάντησε ο Τζών.."Δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να κάνει κανείς να το αλλάξει.."
Ήταν πια ώρα να φύγουμε και τα φορτηγάκια με τους κτηματίες, τα αυτοκίνητα των δικηγόρων και τα τζιπ των κυνηγών, βγήκαν από την μεγάλη αυλή και πήραν τον χωματόδρομο που κατέβαινε το βουνό και σε λίγα χιλιόμετρα συναντούσε τον επαρχιακό δρόμο.
"Έτσι έγινε", μου είπε ο τελευταίος κτηματίας που στεκόταν δίπλα μου ακόμα και έδειξε κάτω μακριά προς την διασταύρωση του χωματόδρομου. "Ο Μάϊκ κατέβαινε στην πόλη το πρωί με το τζίπ του, έφτασε στη διασταύρωση και πριν στρίψει στον μεγάλο δρόμο, ένα φορτηγό βγήκε εκείνη ακριβώς την στιγμή από τον δρόμο και τον χτύπησε με δύναμη..Ήταν ήδη νεκρός όταν έφτασε το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο".
Είπα στον αδελφό του Μάϊκ οτι θα έμενα την νύχτα εδώ και θα έπαιρνα τους φακέλλους του Μάϊκ μαζί μου αύριο. Μου ένευσε καταφατικά και μου είπε οτι μπορώ να μείνω όσο ήθελα. Το σπίτι θα έμενε άδειο έτσι και αλλοιώς. Ήταν έτοιμος να μπεί στο νοικιασμένο του αυτοκίνητο να γυρίσει στο αεροδρόμιο, όταν τον ρώτησα για την τύχη της σκύλας του Μάϊκ. "Εγώ δεν μπορώ να την κρατήσω πάντως γιατί μένω σε διαμέρισμα στη πόλη", του είπα.
"Έχω μιλήσει ήδη στους κυνηγούς του χωριού και μου υποσχέθηκαν να βρούν μια λύση. Ίσως τηλεφωνήσουν σε λίγο να μας πουν. Εάν βρεθεί κάτι θα σου τηλεφωνήσω αμέσως."
Έβγαλα την βαλίτσα από το Τζιπ μου και μπήκα στο σπίτι ν'αλλάξω ρούχα. Είχαν φύγει όλοι πλέον, η γυναίκα που είχε αναλάβει το σερβίρισμα είχε καθαρίσει όλα τα πιάτα και τα ποτήρια και είχε φύγει. Το απόγευμα πλησίαζε βαρύ πάνω από το παλιό σπίτι στο βουνό και ένα ελαφρό αεράκι σηκώθηκε. Η πίσω πόρτα του σπιτιού χτύπησε με θόρυβο τόσο δυνατό, που νόμισα προς στιγμή οτι ο Μάϊκ θα ορμήσει μέσα φωνάζοντας.."Ποιός διάολος είσαι και τι κάνεις εδώ!!"
Είχε υγρασία μέσα αν και τα παράθυρα ήταν ορθάνοικτα όλη μέρα. Οι μοναδικές βελτιώσεις του σπιτιού στον εικοστό αιώνα, ήταν ένα φρεσκάρισμα των βερνικιών στην ξύλινη κουζίνα και ένα μπάνιο με τουαλέτα στον πάνω όροφο με τις κρεββατοκάμαρες. Άλλαξα τα ρούχα μου και φόρεσα ένα τζήν και μπλουζάκι στην κρεββατοκάμαρα του Μάϊκ. Οι ιστορίες του που αφορούσαν αυτό το δωμάτιο..ήταν εξίσου καλές με αυτές για τα κυνήγια και την σκύλα του.. Από όλες τις γυναίκες που ήσαν λίγο πριν στην κηδεία, η μόνη που έκλαιγε ήταν η σύζυγος του Τζών, του φίλου μου και ιδιοκτήτη του γραφείου του στη πόλη. Τα συρτάρια και η ντουλάπα του ήταν ανοικτά. Θα έμειναν έτσι όταν ο Μάϊκ πήρε τα ρούχα για το δικαστήριο πριν την θανάσιμη διαδρομή.
Κατέβηκα στο γραφείο του. Οι φάκελλοι και τα έγγραφα ήταν σκορπισμένα πάνω στο μεγάλο ξύλινο γραφείο και μερικά ήταν στο πάτωμα. Ένα κομπιούτερ ήταν πάνω στο γραφείο του. Μου είχε μιλήσει γι'αυτό και πως σχεδίαζε να το χρησιμοποιήσει ώστε να οργανώσει καλύτερα τις δουλειές του. Όταν δοκίμασα όμως να το βάλω μπροστά, τίποτα δεν συνέβη..Μάλλον ο Μάϊκ δεν είχε προχωρήσει πέρα από το να το βγάλει από το κουτί του και να το βάλει στη θέση του πάνω στο γραφείο!
Τα όπλα του όμως ήταν σε καλή κατάσταση και κρεμμασμένα στον απέναντι τοίχο σε ξύλινα στηρίγματα. Εκτός από το αγαπημένο του 12άρι μονόκανο, υπήρχαν εκεί ακόμα, ένα τουφέκι 410 για τα χοντρά θηράματα δώρο από τον πατέρα του όταν πήρε το πτυχίο όπως μου είχε πεί και μια καινούργια πεντάσφαιρη καραμπίνα 12άρα. Την έπιασα στα χέρια μου και είδα οτι ήταν γεμάτη! Είχε 4 φυσίγγια στον γεμιστήρα και ένα στη θαλάμη. Όλα ήταν μονόβολα! Μάλλον θα περίμενε την αρκούδα να γυρίσει ανα πάσα στιγμή σκέφτηκα χαμογελώντας περιπεχτικά.
Όλοι οι φάκελλοι ήσαν λεπτοί! Ο Μάϊκ δεν έπαιρνε υποθέσεις που θα τον έβαζαν να γράφει πολλά. Γι'αυτό ήταν και ειδικευμένος στα εγκλήματα, ελπίζοντας σε ένα καλό διακανονισμό ή οτι θα μπορούσε να πείσει τους ενόρκους με μια καλή ιστορία για την..γιαγιά του κατηγορούμενου! Βέβαια θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τον μοντέρνο τρόπο της μετατροπής του λόγου σε γραπτά από το σχετικό μηχάνημα που όλοι είχαμε, αλλά ο Μάϊκ ήταν πάντα τελευταίος στο να υιοθετεί την τεχνολογία.
Τελείωνα σχεδόν με τους φακέλλους αργά το απόγευμα, όταν ο σκύλος του Μάϊκ γύρισε στο σπίτι. Ακουσα πρώτα το σιγανό της κλάμα στην μεγάλη βεράντα. Είχα δεί ένα σάκκο με σκυλοτροφή δίπλα στην πόρτα της κουζίνας και γέμισα το μεταλλικό της πιάτο πριν βγώ έξω. Η σκύλα με κοίταζε ακίνητη καθώς έβαζα μπροστά της την τροφή, ίσως αναρωτιόνταν ποιός ήμουν. Η γούνα της ήταν γεμάτη κολτσίδες και μικρά αγκάθια, θα κοιμόταν έξω ώς φαίνεται μετά τον θάνατο του Μάϊκ. Η σκύλα έσκυψε στην τροφή και εγώ πήγα στη κουζίνα. Το ψυγείο του ήταν όπως το περίμενα. Μπύρες, αυγά, μισό ψωμί που είχε αρχίσει να γίνεται μπλέ, τυρί, λίγο κρέας και μια πλαστική σακκούλα με ψωμί για σάντουϊτς. Έφιαξα ένα με τυρί, άνοιξα μια μπύρα και βγήκα έξω στη βεράντα. Έκατσα στην ξύλινη μεγάλη πολυθρόνα μασουλώντας αργά το σάντουϊτς δίπλα στην σκύλα. Θα μπορούσα να φύγω και σήμερα, αλλά σκέφτηκα ότι ίσως κάποιος τηλεφωνούσε για την τύχη της σκύλας.
Η σκύλα για πολύ ώρα με κοιτούσε στα μάτια, αλλά δεν πλησίαζε. Της είπα να έλθει κοντά και ώς φαίνεται, αυτή κάποια ανάμνηση θα είχε από μένα και την σχέση μου με τον Μάϊκ και τελικά με άφησε να της βγάλω σιγά-σιγά τις κολτσίδες και τα αγκάθια από την γούνα. Καθώς την καθάριζα, έβλεπα τις μεγάλες ζιγκ-ζαγκ ραφές του Μάϊκ στο κορμί της. Η σκύλα σηκώθηκε σε λίγο και μπήκε στο σπίτι. Θα ψάχνει ακόμα τον Μάϊκ σκέφτηκα και την ακολούθησα. Με κοίταξε σαν να ήθελε να την ακολουθήσω και προχώρησε προς το μικρό κομοδίνο της σάλλας. Πάνω στο μικρό πάγκο υπήρχαν λίγα μπουκάλια ουϊσκυ και στο ράφι καθαρά ποτήρια.
"Εντάξει...εντάξει κορίτσι μου...θα πιώ ένα ποτό μαζί σου.." της είπα.
Έβαλα το ποτό σ'ένα ποτήρι και την ακολούθησα πίσω στη βεράντα, εκεί που τόσες ιστορίες έλεγε ο Μάϊκ και άλλες τόσες ποτέ δεν έγραψε.
Ο ήλιος έγερνε πίσω από το δάσος και σκέφτηκα οτι ήταν καλή ιδέα να μείνω. Καθώς ο ουρανός σκοτείνιαζε, τα έλατα έγιναν σκούρα πράσινα και μετά μαύρα. Η νύχτα τα έφερνε όλα πιο κοντά, την μικρή αποθήκη, το κοιμητήριο με τους παλιούς και τον φρέσκο τάφο και τα έλατα του βουνού χαμήλωσαν πλησιάζοντας την αγροικία. Η σκύλα δεν κουνήθηκε καθόλου όταν σηκώθηκα να ξαναγεμίσω το ποτήρι μου.
Όταν επέστρεψα στη βεράντα, η σκύλα είχε σηκωθεί και βρισκόταν κάτω στην αυλή κοιτώντας το σκοτεινό πλέον βουνό και μυρίζοντας τον αέρα. Έκατσα πίσω της στο τελευταίο ξύλινο σκαλί της εισόδου στην βεράντα. Δεν με άφηνε να την αγγίξω. Το φεγγάρι ανέτειλε πίσω απ'το σπίτι και η σκιά της αποθήκης και του σπιτιού απλώθηκε στην αυλή που φωτίστηκε μ'ένα απαλό υπεριώδες φως.
Τι άρραγε αισθάνονται στον αέρα τα σκυλιά που εμείς χάνουμε αναρωτήθηκα κατεβάζοντας με μικρές γουλιές το ποτό. Προσπαθούσα να "βγάλω" το σκοτεινό πέπλο της νύχτας, ώστε να νοιώσω και γω τα πνεύματα και τους αγγέλους που περιδιάβαιναν στην αυλή, όταν η σκύλα μούγκρισε σιγανά δείχνοντας τα δόντια της προς το σκοτάδι του βουνού σαν να περίμενε τον σατανά να φανεί.
"Έλα τώρα κορίτσι μου..ηρέμησε, άλλο ένα θα πιούμε και μετά θα πάμε για ύπνο.."
Και τότε την μύρισα..Μια βαρειά μυρωδιά με χτύπησε σαν χαλασμένο κρέας. Η σκύλα μούγκριζε οργισμένη. Ένα σύννεφο πέρασε μπροστά στο φεγγάρι και όλα έγιναν μαύρα. Όταν το σύννεφο έφυγε, μια μαύρη σκιά ξεχώρισε στην ανηφορική πλαγιά με τους θάμνους καθώς ερχόταν γρήγορα προς το σπίτι. Η σκύλα έβγαλε ένα άγριο ουρλιαχτό και όρμηξε. Παγωμένος και φοβισμένος είδα την αρκούδα όταν πλέον την είχε φτάσει η σκύλα. Το τεράστιο ζώο χτύπησε το σκυλί τόσο δυνατά που το έρριξε στο χώμα ακίνητο. Δεν με είχε μυρίσει ακόμα, ίσως γιατί είχε μπερδευτεί με τις πολλές ανθρώπινες οσμές που άφησαν οι φίλοι στην κηδεία. Γρυλλίζοντας δυνατά έσπασε τον πρόχειρο ξύλινο φράχτη και μπήκε στο μικρό νεκροταφείο. Πλησίασε τον φρέσκο τάφο του Μάϊκ και άρχισε να σκάβει γρυλλίζοντας άγριεμένη.
Έτρεξα μέσα και γρήγορα έπιασα την καινούργια καραμπίνα που ήταν γεμάτη με τα χοντρά φυσίγγια. Τελικά η ιστορία του Μάϊκ δεν ήταν καθόλου βγαλμένη από κάποιον άσχημο νυχτερινό εφιάλτη του. Βγήκα έξω αφήνοντας την σιγουριά του σπιτιού.
Η αρκούδα ήταν σκυμμένη στο τάφο του Μάϊκ με το μισό της κορμί μέσα και έσκαβε με μανία πετώντας το φρέσκο υγρό χώμα πίσω της με δύναμη.
Σήκωσα το όπλο και άθελά μου φώναξα με δύναμη..."Σήκω επάνω διάολε!..."
Ρουθουνίζοντας τον αέρα σηκώθηκε στα πίσω της πόδια και τότε είδα καθαρά το ένα της μάτι να γυαλίζει στο φεγγαρόφωτο. Έπιασε την οσμή μου και όρμηξε με ταχύτητα κατά πάνω μου πιο γρήγορα από ένα χοντρό πυγμάχο.
Έτρεχε με το κορμί της τόσο χαμηλά, ώστε η πρώτη μου βολή να φύγει ψηλά, η δεύτερη την πέτυχε στην πλάτη ενώ η τρίτη της έσπασε ένα μπροστινό πόδι. Παρ'όλα αυτά η αρκούδα κουτσαίνοντας πλησίαζε την βεράντα. Στην τέταρτη βολή το όπλο μπλοκάρισε. Η αρκούδα σηκώθηκε όρθια μουγκρίζοντας και το μοναδικό της μάτι καρφώθηκε επάνω μου, ενώ εγώ παγωμένος κοίταζα την τεράστια πληγή στο αριστερό μέρος του προσώπου της.
"Θεέ μου.." σκέφτηκα.."Ωοο Θεέ μου!!"
Προσπάθησα ν'ανοίξω το ουραίο του όπλου ενώ καθώς το ζώο με πλησίασε, η άσχημη μυρωδιά του με χτύπησε στα ρουθούνια. Τότε κάτι κινήθηκε πίσω απ'την αρκούδα..Η γριά χτυπημένη σκύλα του Μάϊκ την είχε ζυγώσει σέρνοντας και έπεσε στο πίσω της πόδι δαγκώνοντάς το με όση δύναμη της είχε απομείνει. Η αρκούδα την κλώτσησε πετώντας την μακριά σαν άδειο σακκί..
Το όπλο εν τω μεταξύ ξαναγέμισε κανονικά και φωνάζοντας δυνατά .."Αει στο διάολο...", της έρριξα τα δυό τελευταία φυσίγγια στο κεφάλι. Ανάθεμα στο ατύχημα, στον διάολο που συνάντησα σήμερα και σε οτιδήποτε μας εμποδίζει να είμαστε ο εαυτός μας σκέφτηκα.. Η αρκούδα μούγκρισε με πόνο για τελευταία φορά και έπεσε βαρειά στο χώμα.
Έτρεξα κοντά στην σκύλα που μου φαινόταν μικρότερη..Γονάτισα δίπλα της και χάϊδεψα τους γενναίους της ώμους. Φαινόταν ευτυχισμένη.. Αφησα το χέρι μου στη μουσούδα της ώσπου δεν ανέπνεε πια..
Κατόπιν πήγα στο τάφο του Μάϊκ. Η αρκούδα είχε σκάψει τον μισό τάφο, είχε σπάσει το ξύλινο φέρετρο και ο πουλοκυνηγός ήταν με το μισό του κορμί έξω απ'το φέρετρό του, σαν να προσπαθούσε να δραπετεύσει από το αδυσώπητο τέλος. Έσκυψα και τον έσπρωξα πάλι μέσα στο λινό άσπρο ύφασμα..Μετά σήκωσα απαλά την νεκρή σκύλα του και την έβαλα πάνω στο στήθος του. Το σπασμένο καπάκι του φέρετρου δεν έκλεινε βέβαια, αλλά σκέφτηκα οτι δεν χρειάζονταν ξύλο και ατσάλι να τους χωρίζει από το χώμα..Θα ήταν πιο ευτυχισμένοι έτσι όπως ξαναγύριζαν μαζί στο χώμα..
Βρήκα ένα φτιάρι στην αποθήκη και άρχισα να σκάβω δίπλα τους, φαρδαίνοντας τον τάφο. Έσκαβα σχεδόν ώσπου η παλιά αγροικία βάφτηκε ροζ απ'τον πρωϊνό ήλιο. Μετά έδεσα μια αλυσσίδα που βρήκα στην αποθήκη, στο πίσω πόδι της τεράστιας αρκούδας και άρχισα να την τραβάω με το τζίπ μου προς τον κοινό τους τάφο.. Σπρώχνοντας και άλλοτε τραβώντας με μια τιτάνια προσπάθεια την οποία ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν είχα καταβάλει, τελικά κατάφερα να την ρίξω στον τάφο. Τέλος έσπρωξα όσο περισσότερο χώμα μπορούσα πάνω τους με το φτιάρι. Όταν τελικά τελείωσα ήταν περασμένες 12 το μεσημέρι..
Δεν είχα τελείως καταλάβει τον Μάϊκ, έως την ώρα που στεκόμουν κάτω απ'το ντουζ του μπάνιου του, προσπαθώντας να βγάλω την οσμή του θανάτου από πάνω μου. Γι'αυτόν, κάθε τι εκτός του κυνηγιού ήταν δευτερεύων! Έζησε με τον δικό του τρόπο, παρεξηγημένος από πολλούς, έως την ημέρα που ο θάνατος τον βρήκε όπως θα συμβεί σε όλους μας. Αλλά έζησε!..
Με ξύπνησε το ίδιο απόγευμα το κουδούνισμα του τηλεφώνου, αλλά δεν απάντησα. Προφανώς θα ήταν ο αδελφός του ή κάποιος κυνηγός που τηλεφωνούσε για την σκύλα και εγώ δεν ήθελα να δίνω εξηγήσεις..Πήρα τους φακέλλους του Μάϊκ, κλείδωσα καλά όλο το σπίτι και μπήκα στο τζίπ.
Κάποια μέρα, κάποιος αρχαιολόγος ίσως τους ανακάλυπτε στον τάφο τους αγκαλιασμένους. Θα αναρωτιόνταν τότε ασφαλώς γιατί οι άνθρωποι του εικοστού αιώνα, θυσίαζαν ζώα και τα έθαβαν μαζί τους..
Δεν ήταν και άσχημος τρόπος να θυμάσαι κάποιον, έστω και αν αυτός ποτέ δεν έγραψε την ιστορία του..

Breaking Cover, by Fred McGavran
Ελεύθερη μετάφραση: Γ. Σουρλάγκας

Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...