14 November 2012

Απίστευτες ιστορίες στην Καστανιά...


Ο Αποστόλης Κουτρούμπας μεγάλωσε στην Καστανιά της Ευρυτανίας, ένα όμορφο και ζωντανό χωριό κοντά στον Προυσό, που είναι κρεμασμένο πάνω από τον Κρικελοπόταμο και αναγνωρίζεται απ όλους ως ο πιο έμπειρος κυνηγός της περιοχής.

Οταν αρχίσει να αφηγείται, καταφέρνει και συμπυκνώνει όλη την άποψη των κυνηγών και των ψαράδων που πάνω τους στρέφεται μονίμως η μαύρη προπαγάνδα εκείνων που είναι ανίκανοι να βαρέσουν ένα λαγό ή να πιάσουν ένα ψάρι!



Οπως και να χει, ο Αποστόλης έχει γράψει μεγάλη ιστορία στο κυνήγι, αλλά ματαίως προσπαθούν όλοι να τον πείσουν να πιάσει μολύβι και χαρτί και να γράψει αυτά που χωρίς δεύτερη κουβέντα, άμα τον προκαλέσουν, αρχίζει να διηγείται στο καφενείο. Κι αυτό, γιατί οι ιστορίες που λέει ο Αποστόλης τις ξέρουν όλοι, αλλά όταν τις διηγείται είναι πάντα σαν να είναι η πρώτη φορά και από εκείνη τη στιγμή αρχίζει να ξετυλίγεται μια μακρά ιστορία κυνηγιού στην Καστανιά...

Μια ημέρα που τον απομόνωσα, μου αφηγήθηκε με ησυχία κάποιες ιστορίες τις οποίες σας μεταφέρουμε, αλλά χωρίς την ντοπιολαλιά δεν έχουν τη νοστιμάδα της πραγματικής αφήγησης.

Φυσικά όλες οι ιστορίες ξεκινάνε από τότε που ήταν παιδί στην Καστανιά και οι πρωταγωνιστές τους είναι πρόσωπα του οικείου περιβάλλοντος. Αυτό το κάνει για να τονίσει αφενός την οικογενειακή παράδοση και αφετέρου να διηγηθεί τη δική του «θητεία» στο κυνήγι.


«Ηταν ένας μπάρμπας του πατέρα μου, τον έλεγαν Νίκο Καρβούνη αλλά όλοι τον φώναζαν Σκούρα. Αυτός ήταν από τον Πρόδρομο και είχε πάρει γυναίκα μια αδερφή του παππούλη μου και έρχονταν συχνά στην Καστανιά να επισκεφθεί το σόι. Αυτός λοιπόν ήταν πρώτος στα ψέματα! Ερχονταν εδώ στον παππού μου που πήγαινε για πουλιά, καλή ώρα όπως πάω εγώ που φερα σήμερα μια αρμάθα...

Λέει του παππού: πού τα βάρεσες αυτά Νάσιο; Να δεις μια πτυχιά που έκανε εγώ πρχθες! Μόλις έφευγα από εδώ να πάω στον Πρόδρομο και μόλις άφηκα το γεφύρι, λίγο πιο πάνω βλέπω πάνω σε μια φιλίκα, είχε σπόρια και εκεί έτρωγαν 50 κοτσύφια. Είχα ένα πριονάκι, κόβω τη φιλίκα στη ρίζα, την παίρνω στον ώμο και σιγά - σιγά να μη με καταλάβουν τα κοτσύφια φτάνω στο σπίτι στο Γρανά. Χτυπάω λιγάκι την πόρτα να μη φύγουν, ανοίγει η γριά και μπαίνω με τη φιλίκα μέσα. Κλείνω την πόρτα και λέω της γριάς: ξεφτέρωσε τώρα μέχρι το πρωί.

Λαγός στο καζάνι
Πενήντα κοτσύφια ζωντανά μέσα στο σπίτι φλετούραγαν πέρα δώθε, αλλά από πού να φύγουν; Μια λαμπούλα είχαμε, δεν έφεγγε. Με το ξυθάλι τα βάραγε η γριά... Θες να πεις άλλα Σκούρα ή να ρίξω έναν πόρδο, του λεγε ο παππούς. Αυτός δεν σταμάταγε, αρχίναγε καινούργια ιστορία. Πήγες για κανένα λαγό Νάσιο; Πήγα βρε, βάρεσα ένα χθες, έλεγε ο παππούλης. Α, να δεις εγώ προχθές, βγάνω έναν στη ράχη πάνω από το Γρανά, τέσσερις οκάδες. Η γριά είχε βάλει καζάνι στην αυλή να πλύνει κάτι παλιόρουχα και καθώς τον είχε πάρει από κοντά το σκυλί, αυτός καθώς δεν έβλεπε που πήδαγε, έπεσε μέσα στο καζάνι. Πήρε μια τρομάρα η γριά!»

Λαγός τέσσερις οκάδες δεν γίνεται ποτέ, αυτός βάρεσε κάποτε έναν που ήταν όντως τρεις οκάδες και ήταν και μεγάλος στην ηλικία. Στους συγχωριανούς του όμως άρεσε να λένε ιστορίες για λαγούς - τέρατα που ζύγιζαν όσο ένα κατσίκι. Ενας μάλιστα, ο Αϋφαντοκώστας (Κώστας Υφαντόπουλος) μαζί με έναν άλλον από το χωριό, έλεγαν πως βάρεσαν ένα λαγό που ζύγιζε έξι οκάδες! Φυσικά κανένας δεν τους πίστεψε, αλλά δεν μπορούσαν να τους αμφισβητήσουν γιατί είχαν ήδη χωνέψει το στιφάδο.

Ο Νάσιος Κουτρούμπας διασκέδαζε με τα ψέματα του γαμπρού του. Ο Σκούρας έβρισκε αφορμή από το παραμικρό να ξεφουρνίσει το επόμενο. Είδε λοιπόν που ο κουνιάδος του είχε απλωμένα τρία - τέσσερα κναβοτόμαρα να στεγνώσουν.

«Εγώ έχω τρία σαν αυτά, του λέει. Τα δυο κνάβια τα έπιασα μέσα στην κάδη που είχα το κρασί. Μόλις τραβήξαμε το κρασί και τα τσίπρα, βάλαμε μέσα στην κάδη κάτι ξινόμηλα που είχαμε να μη τα φάνε τα ποντίκια. Πάω ένα βράδυ να πάρω ξινόμηλα, κοιτάω, δυο κνάβια μέσα. Παίρνω ένα τσόλι, σκεπάζω την κάδη, βράζω ένα καζάνι νερό και τα ζεμάτισα. Κάτι τομάρια Νάσιο που είχαν, θηρία!»

Τις περισσότερες φορές ο Αποστόλης κλείνει τον κύκλο των αφηγήσεών του με μια ωραία ιστορία που όλοι καταλαβαίνουμε τι κρύβει κάτω από τα λόγια του...

«Ενας γέρος που στα νιάτα του είχε διαπρέψει στο λαγοκυνήγι, είχε καταλήξει με ένα γέρικο σκυλί, μισότυφλο και σχεδόν κουφό και γι αυτό σταμάτησε να πηγαίνει στο κυνήγι να μην ταλαιπωρείται το ζωντανό. Μια μέρα λοιπόν του λένε τα ανίψια του και τα εγγόνια του. Παππού, το πρωί θα έρθεις να πάμε κυνήγι. Ε, λέει. Το σκυλί δεν το βγάζω εγώ τώρα, αφού δεν ακούει, ούτε βλέπει. Οχι του λένε, δεν θα το πάρεις το σκυλί, θα έχουμε εμείς. Καλά λέει τότε, θα έρθω να μου περάσει κι εμένα ο καημός. Αμα βαρέσουμε όμως λαγό, θέλω το τομάρι. Καλά του λένε, πήγαν κυνήγι, βάρεσαν λαγό.

Λαγοί και κουνάβια
Στο μοίρασμα πάνε να βγάλουν και του γέροντα, αλλά ανένδοτος αυτός, επιμένει ότι δεν θέλει κομμάτι, μόνο το τομάρι. Του έδωσαν λοιπόν το τομάρι, το παίρνει και πάει στο κουτί που κοιμόταν ο σκύλος, τον έβγαλε έξω και άρχισε να του το τρίβει στη μύτη.

Τον βλέπει η γριά και του λέει: τι φτιάχνεις εκεί μωρέ γέροντα; Ε, μωρέ γριά, της απαντάει. Το καημένο το σκυλί, του φερα το τομάρι από τον λαγό που βαρέσαμε και το τρίβω στη μύτη του να πάρει μυρωδιά. Α, ξεκουτάθηκες γέροντα, του είπε γελώντας τότε η γριά. Το βράδυ η γριά, εκεί που ξάπλωσαν, βγάζει με τρόπο το βρακί της και άρχισε να τρίβει στη μύτη του κοιμισμένου γέροντα. Κάποια στιγμή από το τρίψιμο ξυπνάει ο γέροντας και τι να δει! Τι κάνεις εκεί, μωρέ γριά; λέει. Α, να πάρεις λιγάκι μυρωδιά κι εσύ γέροντά μου, γιατί κι εσύ δεν μπορείς...»

Εχει και ο ίδιος όμως να πει κάποιες προσωπικές εμπειρίες, που τον έκαναν και ξεχωριστό κυνηγό.

«Κυνηγούσα πάντα κουνάβια. Εδώ πιο κάτω έχει κάτι πλατάνια, με κουφάλες που πήγαιναν τα κουνάβια και κοιμόνταν μέσα. Πάω και βάζω ένα δόκανο. Πάω λοιπόν στον πλάτανο και βάζω ένα αλποσίδερο.

Υστερα από 4 - 5 ημέρες, ένας μπάρμπας μου, ο Νίκος Σταθόπουλος μου λέει να πάω να ξεπιάσω το κουνάβι. Αυτός ο μπάρμπας με είχε δει από τον μύλο που έβαζα το δόκανο. Τι είχε γίνει; Είχε πάει μια γριά, η Λάμπρω Ζηνέλη στα πλατάνια να κόψει κισσό για τις γίδες της και πιάστηκε στο αλποσίδερο και τραβώντας εδώ κι εκεί να ελευθερωθεί, άφησε ένα μαύρο τσουράπι πάνω στο σίδερο που κρέμονταν. Αυτό είχε δει ο μπάρμπας μου και το πέρασε για κουνάβι. Οταν πλησίασα τον πλάτανο βλέπω ένα μαύρο πράγμα να κουνιέται. Βρε λέω, τι κουνάβι είναι αυτό; Κι ήταν το τσουράπι! Πάω, κοιτάω, είχε αίματα παντού. Τι να κάνω, μαζεύω το σίδερο, βγάζω το τσουράπι και πάω σε έναν άλλο πλάτανο και το κρύβω. Σκέφτομαι, τόσα αίματα, κάποιος άνθρωπος πρέπει να τραυματίστηκε. Πάω στον μπάρμπα και του λέω: Εγώ δεν είχα κανένα σίδερο. Επιασα άρνηση... Αστα αυτά μου λέει ο μπάρμπας μου. Εχεις τίποτα φάρμακα στο μαγαζί, ήξερε πως είχα πενικιλίνες και στρεπτομυκίνες. Του είπα την αλήθεια, πήρα τηλέφωνο το γιατρό, έστειλα τις ενέσεις και έτσι έγιανε η Λάμπρω»...

Κείμενο-ΦΩΤΟ: Ηλίας Προβόπουλος

Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...