13 November 2012

Οι λαγοί μια φορά κι έναν καιρό...


http://www.ethnos.gr
ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΑΡΚΑΔΑ


Πριν οι καιροί αλλάξουν φέρνοντας μαζί τους τις μεγάλες ανατροπές στα «ζύγια» της ζωής μας, πρόλαβα να αιχμαλωτίσω στα παιδικά μου ? τότε? μάτια τι σήμαινε το κυνήγι για τα φτωχά χωριά της Αρκαδίας.
Ο λαγός ήταν τότε το θήραμα που κινητοποιούσε τις προσδοκίες των χωριανών, που συντηρούσε σκυλιά, που γινόταν συζήτηση στα καφενεία, ή που «κατέβαζε» τους σαρμάδες και τα παλιά δίκαννα από το καρφί στον τοίχο...


Εκείνοι οι παλιοί κυνηγοί δεν είχαν την πολυτέλεια να αφήσουν τίποτα στην τύχη όπως σήμερα...

Θυμάμαι τον παππού μου να ετοιμάζει αποβραδίς τα γιομισμένα μπαρουτόβολα και τα πράγματά του για την αυγή της μέρας που θα ερχόταν. Οι περισσότεροι κυνηγοί ξεκινούσαν τότε νύχτα ακόμη από το σπίτι, για να ξημερώσουν στα απέραντα βουνά όπου θα κυνηγούσαν κυρίως λαγούς, ίσως και καμιά πέρδικα στην επιστροφή.
Δένανε με την αλυσίδα ένα ή δύο ζαγάρια και άρχιζαν να ροβολούν στις στράτες και τα μονοπάτια... Ο καθένας τους είχε ένα, το πολύ δύο σκυλιά. Δεν υπήρχε τότε ένα κομμάτι ψωμί για τους ανθρώπους, πόσω μάλλον για τους σκύλους!
Τα «γκέκικα» και οι διασταυρώσεις τους είχαν θέση τότε στα «κουμάσια» των χωριατόσπιτων, και ήταν τα ίδια σκυλιά και για τον λαγό και... για τις πέρδικες.


Φωτογραφία του... 1926 τραβηγμένη στο ψάρι Γορτυνίας... Ο παππούς μου μ' έναν φίλο του, δάσκαλοι και οι δύο, στα σχολεία της περιοχής.



Θυμάμαι κοντούλες σκυλίτσες με σουβλερή μύτη και μάτια που πέταγαν σπίθες... Και σκληρούς αρσενικούς σκύλους που κυνηγούσαν λαγούς και αλεπούδες, αλλά... έπνιγαν με ευκολία και τα τσακάλια που πάντα γυρόφερναν μήπως αρπάξουν κάποιο γεννησιάρικο αρνάκι που έμενε πίσω...
Είχαν μαύρο μανδύα στην πλάτη και καφέ στη μουσούδα, πάνω από τα μάτια και στα πόδια. Ενα άσπρο μπάλωμα στο στήθος συμπλήρωνε την εικόνα, ενώ σε αντίθεση με σήμερα ήταν... επιθυμητά τα παράνυχα στα πίσω πόδια των σκυλιών. Οι παλιοί λαγοκυνηγοί μάλιστα έψαχναν και τον ουρανίσκο στα κουτάβια, καθώς τα καλά κυνηγιάρικα έπρεπε να έχουν... τουλάχιστον οχτώ γραμμές!



Πορείες...
Με αυτά λοιπόν τα «ζαγάρια» δεμένα πολλές φορές από τη ζώνη, ανέβαινε ο κυνηγός στα λαγοτόπια, μια-δύο ώρες πορεία μέσα στη νύχτα.
Το χάραμα τους έβρισκε στις κορυφές, στα τσαμαδά βουνά με τους πολλούς λαγούς, τα λίγα σούρματα και τα υποχρεωτικά μονοπάτια...
Το κυνήγι μπορούσε να κρατήσει όλη μέρα, καθώς αφού είχε γίνει ό,τι είχε γίνει με τους λαγούς, στην επιστροφή δοκίμαζαν την «τύχη» τους και στις πέρδικες. «Τύχη» τρόπος του λέγειν βέβαια, γιατί εκείνοι οι παλιοί κυνηγοί δεν είχαν την πολυτέλεια να αφήσουν τίποτα στην τύχη όπως σήμερα...


Τα καλά κυνηγόσκυλα ήταν και τότε περιζήτητα...


Ηταν όλοι τους τόσο έμπειροι, είχαν φάει πέτρα πέτρα τον τόπο από παιδάκια, που ήξεραν από πού ακριβώς θα «τινάξουν» οι πέρδικες. Και δύο ? τρεις από αυτές στον ντορβά, ήταν ό,τι πρέπει για συμπληρώσουν το φαΐ της φαμελιάς.
Η Κυριακή ήταν η μέρα γι' αυτά τα ολοήμερα κυνήγια. Αυτή ήταν η μοναδική μέρα που μπορούσαν να λείψουν από τα μαγαζιά τους οι μπακάληδες, οι ραφτάδες, οι τσαγκάρηδες, αλλά και οι δημόσιοι υπάλληλοι του τόπου... Οι ημέρες δουλειάς τότε ήταν έξι, Δευτέρα με Σάββατο, ήλιο με ήλιο!

Οι χωριάτες βέβαια ήταν «προνομιούχοι» στο κυνήγι, όπως και σήμερα βέβαια. Πολλές φορές με το που σκαρίζανε τα πρόβατα το πρωί, έκλεβαν καμιά ώρα και για τον λαγό, που πριν από λίγες μέρες είχε «προδώσει» ο ίδιος το γιατάκι του. Αλλες φορές είχε τρομάξει από τα πρόβατα, άλλες είχε πέσει πάνω του κάποιο τσοπανόσκυλο, όπως και να είχε το εξασκημένο μάτι του χωριάτη είχε εντοπίσει την παρουσία του...
Τους λαγούς αυτούς τους ξέρανε οι ντόπιοι... με το όνομά τους! Σε δύο ? τρεις ξέρανε ότι θα «ξαναπιάσουν» στο ίδιο γιατάκι, οπότε τα ψωμιά τους ήταν πλέον μετρημένα.
Ακόμα και χωρίς σκυλί, τον έβλεπαν ζαρωμένο τον λαγό να κοιμάται στο γιατάκι με ανοιχτά τα μάτια, νομίζοντας ότι είναι αόρατος.
Και τι χαρά ήταν για την κυρά του σπιτιού, να βγει για να σκουπίσει το χαγιάτι, και να αντικρίσει πρωί πρωί κρεμασμένο το λάγαρο πάνω στην πρόκα! Ο άντρας τον άφηνε εκεί και έφευγε, γιατί οι δουλειές στα χωριά εκείνων των καιρών δεν περίμεναν.
Παιδάκι ήμουν, αλλά τον θυμάμαι τον χρόνο αμείλικτο... Τα πρόβατα ήθελαν άρμεγμα, οι γίδες παλούκωμα και αλλαγή κάθε τόσο, οι κότες να βγουν να τσιμπολογήσουν, τα αβγά να μαζευτούν, να ταϊστεί το γουρούνι. Και μετά, όλη μέρα στη μάνα γη, που περίμενε αχόρταγη για να θεριέψει ό,τι είχε σπαρθεί στα σπλάχνα της.

Στο σπίτι...
Εκείνους τους καιρούς, χωρίς τον ιδρώτα του χωριάτη, χωρίς την αξίνα να βγάζει φωτιά στην πέτρα και το υνί να χαρακώνει τη ξερή γη, δεν ημέρευε και δεν πρόκοβε τίποτα.
Μέσα σε αυτήν την καθημερινή βιοπάλη, το κυνήγι είχε την ξεχωριστή θέση του! Ηταν λίγες ώρες χαράς και ξεγνοιασιάς σε μια σκληρή ζωή, μαζί και ευκαιρία για να γεμίσει η κατσαρόλα με το κρέας του λαγού και η γειτονιά με το «άρωμα» που καταξίωνε τον κυνηγό του σπιτιού.
Ο χτυπημένος λαγός ήταν η αφορμή για να μαζευτεί ταχιά όλη η φαμίλια γύρω από το τραπέζι. Θυμάμαι πολλές τέτοιες συνάξεις απ' όταν ήμουν παιδί, με τις περισσότερες να γίνονται στο παλιό σπίτι του παππού (για την οικογένεια, το σπίτι του παππού έχει το ειδικό βάρος που έχει για τη χριστιανοσύνη το Πατριαρχείο).
Στην κεφαλή του τραπεζιού λοιπόν ο παππούς και δίπλα του ο πατέρας, που εξιστορούσε το τελευταίο κατόρθωμά του... Παραδίπλα τα σερνικά, που άκουγαν με ανοιχτό το στόμα και τα μάτια ορθάνοιχτα, την ιστορία του λαγού που σε λίγο θα έτρωγαν, με μπόλικα κρεμμύδια... για να φτάσει για όλους!
Ηταν εκείνες ακριβώς τις στιγμές που καθορίζουν κάποια από τα επόμενα βήματά σου στη ζωή... Τότε ήταν που τα μάτια μου γυρόφερναν όλο λαχτάρα τον παλιό γκρα, που «ξεκουραζόταν» κρεμασμένος δίπλα στο τζάκι...
Μαζί με τα άλλα αγόρια της ηλικίας μου, φανταζόμασταν και εμείς τη μέρα που θα γυρνούσαμε στο σπίτι με τον πρώτο μας λαγό!

Καταξίωση...
Τα κορίτσια και οι νιφάδες βοηθούσαν τη μάνα που είχε το πρώτο πρόσταγμα. Και κάποια στιγμή θα μαζευόντουσαν σαν μία «φωλιά» στη άκρη του τραπεζιού, να κουβεντιάσουν τις δικές τους κουβέντες και τα κουτσομπολιά του χωριού, σιγανά για να μην ενοχλήσουν και να μην ακουστούν...
Στο τζάκι, πάνω στη σιδεροστιά, η κατσαρόλα είχε πάντα έναν τελευταίο μεζέ. Αυτόν τον λέγανε «το πιάτο του Χριστού», γιατί πάντα φρόντιζαν οι κυράδες ένα πιάτο φαγητό για τον πεινασμένο διαβάτη που θα χτύπαγε άξαφνα την πόρτα!
Οι λαγοί βέβαια τρωγόντουσαν μέχρι και το τελευταίο κρεμμύδι. Δεν έμπαιναν φυσικά στο ψυγείο, γιατί απλά τότε δεν υπήρχε ψυγείο. Ασε που όλοι περιμένανε πώς και πώς να φάνε λίγο κρέας και λαδομπούκι τη σάλτσα με χωριάτικο ψωμί.
Ο χτεσινός ή προχτεσινός λαγός φτιαχνόταν με μπόλικα κρεμμύδια, σκόρδα, πελτέ από το περιβόλι, λίγο λαδάκι, δυο-τρία φύλλα δάφνης και πιπέρι, όλα δικής τους παραγωγής, από τα χέρια τους και τα μποστάνια τους... Πόσες φορές δεν είχα ακούσει:

- «Μεθαύριο θα έρθουν οι συμπέθεροι, να πάμε αύριο και για καμιά πέρδικα».

Τόσο απλά, τόσο σίγουρα. Και... τις έφερναν! Οσες χρειάζονταν, τρεις ? τέσσερις, όχι παραπάνω.
Τις έφτιαχναν κοκκινιστές με μακαρόνια χειροποίητα, σβησμένα με λίγδα από το γουρούνι που σφάξανε τις παραμονές των Χριστουγέννων και μπόλικη μυτζήθρα από πάνω... Οι συμπέθεροι θα καταλάβαιναν έτσι ότι έπαιρναν κορίτσι... από νοικοκυρόσπιτο!

ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΑΤΕ;

Ολα τα θηράματα του τόπου ήταν καλοδεχούμενα στην κατσαρόλα, ο λαγός όμως ήτανε -και είναι- για την κοινωνία του χωριού το κορυφαίο «επίτευγμα».
Η ίδια η δικαίωση και καταξίωση του κυνηγού, η «διαφορά» από τους άλλους του χωριού.

Τα παλιά τα χρόνια όλα είχανε την αξία τους, τόσο απλά και τόσο ξεκάθαρα. Και ο λαγός στην κατσαρόλα ήτανε το δώρο του πολιτευτή, του προεστού, ο μαγνήτης για το αντάμωμα της οικογένειας, και... φυσικά ο καλύτερος μεζές!

ΜΠΑΜΠΗΣ ΓΚΑΒΑΣ

Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...