12 October 2012

Μια συνηθισμένη κυνηγετική μέρα

Νύχτα ακόμη...

Η ψύχρα αισθητή αφού η φωτιά στο τζάκι έφαγε τα μεγάλα κούτσουρα που έκαιγαν από βραδύς. Ένα ανακάτεμα και δυο τρία ψιλά αρκούν για να ζωντανέψει και πάλι. Φλόγες αρχίζουν να ξεπηδούν από τη στάχτη.
Σε δυο λεπτά το νερό θα είναι έτοιμο για το καφέ. Κοιτάω από το παράθυρο που βλέπει ανατολή προσπαθώντας να ξεχωρίσω στο σκοτάδι τα λιγοστά φύλλα της γριάς καρυδιάς απέναντι. Νηνεμία. Μπήκε Νοέμβρης. Οι παγωνιές μας ήρθαν λίγο νωρίς, μαζί με τις ελπίδες ότι φέραν και τις μακρομύτες μαζί. Το νεράκι έτοιμο. Μια κούπα καφές, απαραίτητος πλέων για το ξύπνημα, και το υπόλοιπο στο θερμό για το βουνό. Ήδη τα σκυλιά ένιωσαν τις προθέσεις μου και τα ακούω να τεντώνονται. Δυο γουλιές και νιώθω ανυπόμονα έτοιμος. Έλεγχο για τα δέκα φυσέκια που παίρνω μαζί μου πλέον, φόρτωμα όπλο και τσάντα στο αυτοκίνητο, έχοντας τα σκυλιά να βιάζονται ποιο θα μπει πρώτο, και φύγαμε μες στο σκοτάδι την ώρα που όλη η πόλη κοιμάται. Μίση ωρίτσα για να φτάσω στο παράδεισο. Η μέρα χαράζει μόλις φθάνω και ανοίγω το παράθυρο του αυτοκίνητου για να πάρω μια ιδέα της θερμοκρασίας έξω. Το υψόμετρο μεγάλο και η παγωνιά εντονότερη απ' ότι στο σπίτι. Θα χει πουλάκια σήμερα...


Στο βγαλμένο πίσω κάθισμα τα σκυλιά ακούν τις σκέψεις μου και βιάζονται να βγουν. Υπομονή να χαράξει λίγο ακόμα. Η Λουλού 9 χρόνων σετερ γνωρίζει καλά το παιχνίδι. Η Νταίζη, επανιέλ μηνών, είναι μια μέρα ακόμη παιχνιδιού, αλλά και εκπαίδευσης.
Άρχισα να βλέπω καθαρά τα έλατα γύρω. Οι φτέρες έχουν κοκκινίσει δίνοντας έξτρα χρώμα στο ήδη καστανοκίτρινο περιβάλλον. Κάτω χαμηλά στο κάμπο τα σύννεφα έχουν καλύψει τα πάντα, δίνοντας μου την εντύπωση ότι είμαι στη κορυφή του κόσμου.
Ο ουρανός για μένα ανοιχτό θαλασσί. Σε λίγο ο ήλιος θα δηλώσει τη παρουσία του. Οι πρώτες μαύρες περνάνε από πάνω μου τραβώντας για το κάμπο. Ένα κοτσύφι σπάει την ησυχία ειδοποιώντας ότι κάποιος ξένος έχει μπει στη περιοχή του. Βγαίνω από το αυτοκίνητο κουμπώνοντας το μπουφάν και κατεβάζοντας το σκούφο χαμηλά στα αυτιά... έχει ψύχρα. Κοιτώ στο έδαφος και βλέπω ένα λεπτό άσπρο στρώμα πάχνης πάνω στα ξερά χόρτα και τις φτέρες. Βγάζω τα σκυλιά που δείχνουν ότι δεν ξέρουν που να πρώτο πάνε.. Τρέχουν γύρω από το αυτοκίνητο σαν να νιώθουν
ελευθερία για πρώτη φορά.Το ίδιο και εγώ. Λες και όλη τη βδομάδα είμαι φυλακισμένος... 

Δένω το όπλο,  χιαστή τη τσάντα και με μια ματιά μου τα σκυλιά μπαίνουν στα δένδρα. 

Αρχαίες οξιές. Πάνω από δέκα μετρά ύψος, με δεκάδες χειμώνες να έχουν σημαδέψει τους κορμους τους. 
Τα κίτρινα φύλλα τους που δεν πέσαν ακόμα όλα. Δημιουργούν ένα θόλο αδιαπέραστο από τον ήλιο. Το έδαφος στρωμένο από ξερό φύλλο στεγνό λόγω της ανομβρίας. Που και που συστάδες από φτέρες σπάνε το μονότονο έδαφος. Ο θόρυβος από τα βήματα μου και το τρέξιμο των σκυλιών πάνω στα ξερά φύλλα, εκκωφαντικός στα αφτιά μου. Προσπαθώ να είμαι προσεχτικός στα βήματα μου, να γίνω ένα με το δάσος. Να τ' ακούσω. Η μύτη μου γεμίζει από αρώματα του. Προχωράω κόντρα σ' ένα βοριαδάκι που φέρνει θυμάρι, πιθανόν από την απέναντι πλαγιά. Τα σκυλιά έχουν μπει ήδη στον πυρετό ανεύρεσης της βασίλισσας, περνώντας ποτέ ποτέ από μπροστά μου και χάνονται κάποιες στιγμές στα πυκνά. Ένα κοπάδι από φάσες παίζει πάνω από τις οξιές και προσπαθώ να τις βγάλω από το μυαλό μου. Δεν ήρθα για σας κορίτσια... ίσως άλλη μέρα. 
Ήδη μισή ώρα περπατάω και νιώθω τα πνευμόνια μου να καίνε από τον καθαρό αέρα. Έχω κάποια λεπτά χαμένη τη μεγάλη σκύλα και αυτό με κάνει νευρικό... προσπαθώ να την εντοπίσω ανάμεσα στους γέρικους κορμούς. Όσο περίεργο να φαίνεται, το άσπρο χάνετε και γίνεται ένα με τα καστανόχρυσα χρώματα του δάσους. Με την άκρη του ματιού μου αντιλαμβάνομαι κίνηση στα δεξιά μου, και στρέφω το βλέμμα μου. Ναι... ξεχωρίζω το πίσω μέρος της και την μακρύτριχη ουρά της. Η μισή με το κεφάλι, είναι χωμένη σε ένα συνδυασμό φτέρης και βάτου. Έχει παγώσει λες και έχει σταματήσει ο χρόνος. Είναι η στιγμή. Βιαστικά αλλά κι αθόρυβα, την πλησιάζω και αντιλαμβάνομαι ότι το κουτάβι κάνει το ίδιο με εμένα. Ίσως δεν έχει αντιληφθεί ότι αυτή είναι η στιγμή που θα πρέπει να μάθει, αλλά δείχνει ότι κάτι αντιλαμβάνεται. Έχω πάρει θέση και έχω αφεθεί στη μαγεία του να νιώθω ότι νιώθει ο σκύλος. Ο συν κυνηγός μου. Η μύτη του, είναι τα μάτια μου. Βλέπω τις τρίχες στην ουρά του να τρέμουν... ίσα που αναπνέει. Είναι σίγουρο ότι εκείνη τη στιγμή έχει γυρίσει στην εποχή που κυνηγούσε για να φάει. Το ένστικτο του κυνηγού. Πιάνω τον εαυτό μου να διστάζει να αναπνεύσει. Τα δευτερόλεπτα ... λεπτά. Κάνει τη κίνηση του με ένα μετέωρο βήμα, σα να πατάει πάνω σε αυγά που δεν θέλει να σπάσει, να πλησιάσει λίγο ακόμη τη βασίλισσα που πιθανόν μετακινήθηκε λίγο. Ο ήχος από φτερούγες, που έχουν διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα, χτυπούν σε κλαδιά και σπανέ την ησυχία βγάζοντας με από τη νάρκωση.

Είναι η στιγμή που πρέπει να τον ικανοποιήσω για την επιτυχή έρευνα που είχε.
Το όπλο ανεβαίνει άτσαλα, ξεχνώντας κανόνες σωστής επώμισης και σκόπευσης, και το δάχτυλο χαϊδεύει τη κρύα σκανδάλη. Ο ήχος του όπλου σκίζει το δασός απ' άκρη σ'άκρη.

Η βασίλισσα κεραυνοβολημένη χάνει το ανάλαφρο αλλά συγχρόνως δυνατό της πέταγμα και σαν φύλλο παρασυρόμενο από τον αέρα προσγειώνεται στα ξερά φύλλα. Χαρά και λύπη με πλημμυρίζει. Τα σκυλιά τρέχουν να βρουν τον άξιο αντίπαλο. Σε δευτερόλεπτα η Λουλού με καμάρι και ικανοποίηση έχοντας στο στόμα τη βασίλισσα έρχεται να την αποθέσει στα πόδια μου. Το κουτάβι προσπαθεί να πάρει μέρος από τη δόξα της δασκάλας. Μυρίζει αχόρταγα το θήραμα εμποδίζοντας μου να το πάρω στα χέρια μου. Σηκώνω τη βασίλισσα νιώθοντας το ζεστό ακόμα σώμα στα χέρια μου. Μεγάλο πουλί, πανέμορφο. Πόσες φορές άραγε να είχε δραπετεύσει από θηρευτές? 

Την αποθέτω με σεβασμό στη τσάντα και συνεχίζουμε. 
Ήδη τα σκυλιά έχουν ξαναπιάσει δουλειά. 

Στα εκατό μέτρα βλέπω ένα ξέφωτο. Ευκαιρία για μια στάση και λίγο καφέ. Κάθομαι σ'ένα σάπιο πεσμένο κορμό  αδειάζω το όπλο και το ακουμπώ δίπλα μου. Βγάζω το θερμό, και γεμίζω το μεταλλικό ανοξείδωτο ποτηράκι.  Μπροστά μου απλώνετε ο κάμπος.  Ήδη η ομίχλη έχει σηκωθεί, αποκαλύπτοντας μου ένα μαγευτικό τοπίο γεμάτο από χρώματα φθινοπώρου.



Ακούω τσίχλες να παίζουν. Κίσσες σκούζουν. Στην απέναντι πλαγιά τα κουδουνάκια από λαγόσκυλα γράφουν το δικό τους τραγούδι. Νιώθω τον ήλιο να ζεσταίνει τη πλάτη μου, κι ευχαριστώ το πατέρα μου για άλλη μια φορά που μου έδειξε το μεγαλείο του κυνηγιού. Το σεβασμό στα λόγια του  "Πάρε από τη φύση μόνο αυτό που θέλει να σου δώσει. Αν έρθει μέρα που δεν θα βρίσκεις θήραμα θα είναι από δικό σου λάθος" .
Τα σκυλιά έχουν κουρνιάσει δίπλα μου με τα αυτιά τεντωμένα στους ήχους του βουνού. Βάζω το χέρι στη τσάντα και χαϊδεύω τα όμορφα φτερά.

Ώρα να συνεχίσω. Αλλάζω κατεύθυνση και μπαίνω μέσα στο έλατο. Η μυρωδιά από το ρετσίνι έντονη. Απόλυτη ησυχία. Το έδαφος καθαρό με λίγες φτέρες στα ξέφωτα. Ίσως εδώ έχω περισσότερες ευκαιρίες λόγω αιφνιδιασμού. Όχι πάνω από πενήντα μετρά η Λουλού έχει πάρει τη κλασσική για σέτερ κίνηση. Αυτή που κάνουν τα αιλουροειδές όταν πλησιάζουν το θήραμα. Δεν τρέχει... αιωρείται λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος. Μια κίνηση που αν και έχω δει άπειρες φορές κάθε φορά με ναρκώνει και οπλίζει τη σκανδάλη του μυαλού μου. Την ακολουθώ χωρίς να την ενοχλώ... ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Κάποια στιγμή ξανοίγεται σα να έχασε το αόρατο νήμα που θα την οδηγήσει στο θήραμα, και είκοσι μέτρα από μένα γυρνάει απότομα, σα να την είχα δεμένη από τη μύτη και τέντωσε το σχοινί. Πάγωμα. Κάνω δυο βήματα και τη κοιτώ στα μάτια. Έχει μπλοκάρει τη βασίλισσα ακριβώς ανάμεσα μας. Τι μια κοιτάει εμένα και την άλλη το έδαφος. Μαγική στιγμή. Ο χρόνος έχει σταματήσει. Στο μυαλό μου προσπαθώ να γράψω το σενάριο. Μάταιο. Σκανάρω το έδαφος μήπως και την εντοπίσω. Τίποτα. Τα λεπτά περνούν και συχρόνος έρχεται η χαλάρωση από τη μεριά μου... Μήπως είναι λευκή? Μήπως μας ξεγέλασε το πονηρό πουλί κι έφυγε λίγο πριν φθάσουμε? Είναι αυτή η στιγμή που περιμένει η μπεκάτσα, αυτή η μάγισσα για να κάνει τη κίνηση της. Λες και μυρίζει την αδρεναλίνη στο αίμα μου. 
Το κουτάβι μη αντέχοντας τη πίεση κάνει δυο βήματα. Σα πεταλούδα.. σα σώμα χωρίς βάρος η βασίλισσα απογειώνετε κάθετα, βάζοντας μεταξύ μας ένα κλαδί. Ρίχνω τη πρώτη τουφεκιά, και χωρίς να πάρω τα μάτια μου από πάνω της σε κάποιο άνοιγμα τη δεύτερη ενώ το πουλί χάνετε πάνω από τις κορφές... Φτου!!! την έχασα. Με μάγεψε, χαλάρωσα ενώ δεν έπρεπε. Κρίμα. Ανοίγω το δίκαννο βγάζω τους άδειους κάλυκες που καπνίζουν ακόμα, και στο γέμισμα βλέπω τα κορίτσια να έρχονται με τη κυρία στο στόμα! Το κουτάβι προσπαθεί να πάρει το πουλί από το στόμα της μεγάλης, με αποτέλεσμά εκείνη να κάνει οχτάρια για να το αποφύγει προκειμένου να φτάσει σε έμενα. Τελικά ήταν επιτυχής η δεύτερη βολή. Χάρη στο σκύλο δεν χάθηκε άδικα. Είναι κρίμα τέτοια πλάσματα να γίνονται βορά των αλεπούδων. Τη παίρνω στα χέρια μου και βλέπω ότι είναι ίδιου μεγέθους πουλί με το προηγούμενο. Το βάζω στη τσάντα, υπερβάλλοντας νοητά ότι η τσάντα βάραινε...



Συνεχίζω με το όπλο σπασμένο, σκεπτόμενος τι έγινε. Καρέ καρέ προσπαθώ να αποτυπώσω κάθε σκηνή, κάθε εικόνα, για να τη φέρνω στο μυαλό μου όταν θα είμαι εγκλωβισμένος στη καθημερινότητα. Μακάρι να μπορούσα να σταματήσω το χρόνο τη στιγμή της φέρμας. Τότε που αυτό το μαγικό πουλί κάνει κυνηγό και σκύλο να αντιδρούν σαν ένα. 

Συνεχίζω μέσα στα έλατα ενώ ο ήλιος διαπερνά πλέον τα σκουροπρασινα φυλλώματα.Τα σκυλιά έχουν μειώσει το ρυθμό τους φανερά κουρασμένα.Το ίδιο και εγώ. Έχω φτάσει στο αυτοκίνητο, αδειάζω το όπλο, ξεκρεμώ τη τσάντα από τον ώμο, βγάζω το παγούρι από το αυτοκίνητο και γεμίζω τα δυο πλαστικά ταπεράκια με νερό για να πιουν τα σκυλιά. Ακούω τις γλώσσες να χτυπούν αχόρταγα στο νερό. 
Στρίβω ένα τσιγάρο και βγάζω τα πούλια από τη τσάντα. Χαϊδεύω το όμορφο φτέρωμα και τα ακουμπώ στο διπλανό κάθισμα. Λύνω το όπλο και το βάζω στη θήκη. Μ' ένα πήδημα και τα σκυλιά είναι μέσα. Επιστροφή...

  Βρίσκω το γερο να προσπαθεί να μαζέψει βρίζοντας τα πεσμένα ξερά φύλλα από την αυλή. Βγάζω τα σκυλιά που τρέχοντας μπαίνουν στα σπιτάκια τους.

- Πως πήγε? με ρωτάει, αλλά μόλις βλέπει τα πουλιά στα χέρια μου διακρίνω μια λάμψη στα μάτια του. Ίδια με του λύκου μπροστά στο κοπάδι με τα πρόβατα. Τις παίρνει στα χέρια του,και εμφανίζεται ένα χαμόγελο μωρού παιδιού. Παλιός κυνηγός, με το πνεύμα πρόθυμο αλλά το σώμα... Φτιάχνει καφέ για τους δυο μας και καθόμαστε πλάι στο τζάκι, κρεμασμένος από το στόμα μου περιμένοντας να του πω τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Τι έκαναν τα σκυλιά, που τις βρήκα,τι φυσέκια είχα... Και με τη κάθε φορά μέσα από τις δικές μου εξιστορήσεις να ξεδιπλώνει δικές του ιστορίες. Ιστορίες που είναι γνώριμες κι αγαπητές όσες φορές να τις ακούσεις...

Μας πήρε μεσημέρι.-




+Κοινός Θνητός   2012

Αφιερωμένο σε όλη τη παρέα από τη σελίδα 
''Το κυνήγι της Μπεκάτσας''

Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...