27 March 2014

Αναμνήσεις δρόμου (Πτολεμαΐδα - Βόλος)


Ήταν η εποχή που ζούσα σα "νομάδας". Η ανά την Ελλάδα εργασία μου με ανάγκαζε να περιπλανιέμαι από πόλη σε πόλη ανά 5-6 μήνες γράφοντας χιλιόμετρα προκειμένου να έχω επαφή με την οικογένεια που άφηνα πίσω. Είχα τότε ένα kawasaki ZX9. Η ταχύτητα και η απόσταση δεν με τρόμαζε πλέον όση κι αν ήταν. Η κάθε μετακίνηση ένας ακόμα "άτυπος" αγώνας. Πέντε ρούχα στο σακίδιο και δρόμο. Άλλωστε ήθελα και μια αφορμή, ένα λόγο επιπλέον για να γυρίζω το συντομότερο δυνατό σπίτι.





Έτρεχε ένα έργο στο Βόλο. Η διαδρομή 250 χλμ εναλλαγής ευθείας με ορεινής. Πτολεμαΐδα-Κοζάνη- Σαραντάπορο - Ελάσσονα - Λάρισα - Βόλος. Η καλύτερη μου. Ξεκινούσα κάθε Δευτέρα με το χάραμα, 6:00 το πρωί, να συναντώ στο δρόμο ξενύχτισες νταλίκες, και αργοκίνητα φονικά τρακτέρ, για να φτάσω πριν της 8:00 στη δουλειά μου, και επιστροφή Σάββατο απόγευμα.

Τώρα, γιατί είπα τα τρακτέρ φονικά? Αρκεί να καταλάβεις ότι όταν ένας μοτοσυκλετιστής κινείται με μέση ωριαία σε δρόμο με κλειστές στροφές χωρίς καλό οπτικό πεδίο λόγο των δέντρων, θάμνων, κλπ 80 με 110χλμ ανά ώρα και συναντά, ενώ ήδη τα μαρσπιέ ξύνουν άσφαλτο κάποιο όχημα με μέση ωριαία 15χλμ ανά ώρα. Είναι σαν να βλέπει τοίχο μπροστά του κι αν δεν υπάρχει εμπειρία στο να αλλάξεις ενώ είσαι σε κλίση, κατεύθυνση είναι σίγουρη η αγκαλιά με τον ανυποψίαστο αγρότη.

Ξεκινούσα όπως είπα χάραμα, νυσταγμένος, να προσπαθώ να καλύψω τα σημεία που περνούσε η πρωινή δροσιά, ακούγοντας το γουργούρισμα της termiglioni σα νανούρισμα. Προσπαθώντας να θυμηθώ αν αυτή τη φορά δεν ξέχασα κάτι, αν έσφιξα τα λάστιχα της τσάντας πίσω, αν πήρα το φορτιστή του κινητού, αν...αν...

Αυτή η κατάσταση φυσικά δεν κρατούσε πολύ. Μετά την είσοδο στα Σέρβια Κοζάνης, ξεκινώντας η ανάβαση Σαρανταπόρου μαζί με τη βενζίνη που έστελνε το ντεπόζιτο στο πεινασμένο κινητήρα έστελνε και δόσεις αδρεναλίνης στον εγκέφαλο. Οι ρυθμοί ανέβαιναν και ξύπνιος πλέον χωρίς να υπάρχει τίποτε άλλο στο μυαλό, μηδενίζοντας τα πάντα εκτός τη ταχύτητα που θα επέλεγα να κρατήσω στην επόμενη στροφή, τα μάτια κάρφωναν την είσοδο της επόμενης στροφής, τα δάχτυλα έσφιγγαν τη μανέτα του φρένου, ανάποδο τράβηγμα στο τιμόνι και "κλείδωμα" μέχρι την έξοδο, που το δεξί χέρι θα στύψει ξανά το γκάζι για να με διακτινίσει μέχρι την επόμενη...

Όσες φορές κι αν το κάνω πάντα η ίδια αίσθηση. Να αιωρούμαι στο κενό, σαν κρεμασμένος από αόρατο νήμα, λίγα εκατοστά από τη άσφαλτο. Νομίζοντας ότι πλέον δεν ανήκω σε αυτό το κόσμο. Οι νόμοι της βαρύτητας δεν ισχύουν για μένα.40 μοίρες από τη κάθετο κι όμως δεν πέφτω αλλά κινούμαι και μάλιστα γρήγορα. Να νιώθω τη πίεση που ασκεί η φυγόκεντρος πάνω μου και να τη μεταφέρω στη σέλα, στα μαρσπιέ, στις αναρτήσεις, στα λάστιχα.Κάποια εκατοστά μόνο η επαφή των ελαστικών με το δρόμο να σου δίνουν πρόσφυση σε τόση ταχύτητα....

Η υπερένταση που νιώθεις έχοντας όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση, τα μάτια να σκανάρουν κάθε πόντο της ασφάλτου για πετραδάκια, άμμο, λάδια, τον αναποφάσιστο σκύλο που στέκεται στην άκρη του δρόμου, τον αφηρημένο οδηγό κονσέρβας, τα αυτιά που προσπαθούν να αποκοδικοποιήσουν τον κάθε ήχο που σου στέλνει ο κινητήρας, αλλά και τους ήχους του δρόμου, το ξύσιμο της μπότας στην άσφαλτο που σου δείχνει ότι έπιασες τα όρια σου, γρήγορα φέρνουν κούραση. Ευκαιρία για στάση Ελασσόνα σε κάποιο παραδοσιακό καφενεδάκι μαζί με τους "αγέραστους" στο μυαλό γέροντες που χωρίς να έχουν δουλειά τόσο πρωί βγαίνουν στους δρόμους ξεγελώντας το χρόνο που τους θέλει ανήμπορους.

Σβήνω τη μηχανή ακούγοντας τα δισκόφρενα να ξαναγυρνούν στη φυσιολογική τους θερμοκρασία και νιώθοντας τη ζέστη μαζί με τη μυρωδιά του κινητήρα. Το μούδιασμα από τους κραδασμούς και την υπερένταση σε όλο το σώμα. Τα πρώτα βήματα μέχρι το σώμα να αντιληφθεί τη νέα κατάσταση ως κανονικού ανθρώπου και όχι σα κομμάτι της μοτοσυκλέτας αβέβαια. Κάθομαι στο πρώτο στρογγυλό μεταλλικό τραπεζάκι που βρίσκω μπροστά στο καφενέ προσπαθώντας να ξεκουμπώσω το Arai από το κεφάλι μου. Οι μυρωδιές του Θεσσαλικού κάμπου ίσα που φτάνουν εδώ πάνω.Ακόμα νιώθω τη ψύχρα οπότε το δερμάτινο μένει πάνω μου. Ο ανοιξιάτικος ήλιος προσπαθεί να στείλει κύματα ζέστης.

Έρχεται ο καφετζής με την άσπρη ποδιά του να μου πάρει παραγγελία κοιτώντας για άλλη μια φορά τον εξωγήινο με τα χρωματιστά δερμάτινα. Με γνωρίζει πλέον. Το καλημέρα του συνοδευόμενο από ένα κρυμμένο χαμόγελο, ίσως ζήλιας, ξεμπλοκάρει το μυαλό και τη γλώσσα μου. Ο αχνιστός ελληνικός σε χοντρό φλιτζάνι μαζί με το πρώτο τσιγάρο μου υπενθυμίζει με πόσο λίγα μπορείς να νιώσεις ευτυχισμένος, έστω και για λίγο.Τα μάτια μου πέφτουν στη "καλή" μου σκανάροντας κάθε της λεπτομέρεια. Η αγάπη που νιώθει μοτοσυκλετιστής για τη μοτοσυκλέτα του ίσως είναι περίεργη. Είναι απλά ένα μηχάνημα αλλά δένεσαι μαζί του σα να είναι ζωντανό πλάσμα.Ενώ είσαι εσύ υπεύθυνος για τη χρήση της ως ασφαλή η επικίνδυνη έχεις την εντύπωση ότι σε έχει σώσει σε δύσκολες στιγμές στο δρόμο...

Ούτε μισή ώρα δεν πέρασε και νιώθω να με καλεί. Αφήνω το δίεβρο στο τραπέζι και καβαλώντας βιαστικά βγαίνω και πάλι στο δρόμο. Περνώντας από τα σοκάκια της πόλης αντιλαλεί ο ήχος της εξάτμισης στους τοίχους των σπιτιών κάνοντας τις νοικοκυρές να γυρνούν το κεφάλι στο πέρασμά μου. Παράταιρος ήχος στα αυτιά τους μέσα στην στην ησυχία του πρωινού.Το κομμάτι από Ελασσόνα - Λάρισα (Περιφερειακή Ελασσόνας) είναι ένα από τα αγαπημένα μου. Ανοιχτές στροφές των 140+ χλμ με περνάει σε άλλη διάσταση. Φαρδύς άνετος δρόμος με εναλλαγή κλήσεων είναι η απόλαυση του μοτοσυκλετιστή. Πριν καλά καλά το καταλάβω η πρώτη δεξιά με ανηφορική κλήση είναι μπροστά μου. Μπαίνω με πάνω από 140 και νιώθω το κρύο ακόμα λάστιχο να στέλνει μηνύματα ότι δεν είναι έτοιμο ακόμη για στράγγισμα. Ένα κατέβασμα ταχύτητας με χούφτωμα του γκαζιού στην έξοδο κοκκινίζει για λίγο τις στροφές και η απογείωση του μπροστινού υπογράφει ότι είμαστε έτοιμοι για χαμηλή πτήση...

Σε μια παρατεταμένη αριστερή έχοντας σίγουρη τη πρόσφυση έχω μπει με κλήση που σίγουρα ήταν παραπάνω από τα συνηθισμένα μου. Νιώθοντας το αριστερό μαρσπιέ να κλείνει από την άσφαλτο, βλέπω στα 400-500 μέτρα να ανεβαίνει ένα κόκκινο αυτοκίνητο από το αντίθετο ρεύμα.Την ίδια στιγμή ο τύπος ανάβει αλαρμ και βγαίνει δεξιά του, πιθανόν πιστεύοντας ότι έχω πέσει και σέρνομαι στην άσφαλτο. Αφού πέρασα από μπροστά του με ...όσα.. κοιτώ από τον καθρέφτη και τον βλέπω να έχει βγει από το αυτοκίνητο και κοιτώντας προς το μέρος μου να κρατάει με τα δυο του χέρια το κεφάλι του..χοχο. Πάλι κόσμο τρόμαξα ο τεντιμπόης.

Στο κατέβασμα μόλις βγαίνω στην ευθεία η ζέστη του κάμπου περνάει από τη μισάνοιχτη ζελατίνα του κράνους. Από δω και πέρα κολλάει το κοντέρ στα 200 μέχρι τη στροφή Βελεστίνου.... μέχρι τα ρουθούνια να μυρίσουν Θάλασσα...

Αφού έφτανα και βγάζοντας τα δερμάτινα πάντα η ίδια σκέψη. Μετρούσα τις μέρες...μόνο πέντε μέχρι το επόμενο σαββατοκύριακο...

Σε μια μου επιστροφή Σάββατο απόγευμα, από Βόλο για  Πτολεμαΐδα, πριν τη διασταύρωση Βελβενδού, κάποιος συνάδερφος μοτοσυκλετιστής μου είχε κάνει σήμα ότι θα συναντούσα ραντάρ τροχαίας. Κουρασμένος όπως ήμουν από τη δουλειά, όλο το γυρισμό τον είχα κάνει γρήγορα θέλοντας να φτάσω το γρηγορότερο δυνατό στο σπίτι. Έχοντας tank bag δεν μπορούσα να δω τη ταχύτητα που είχα οπότε έκοψα προσπαθώντας να κατέβω στο όριο ταχύτητας που πίστευα ίσχυε για το συγκεκριμένο δρόμο... Πράγματι ένα περιπολικό με δύο τροχονόμους κρατώντας ρανταρ στα χέρια έλεγχαν τη ταχύτητα των διερχομένων οχημάτων.Πλησιάζοντας και ενώ έχω περάσει από μπροστά τους βλέπω το σήμα τους να σταματήσω. Αναγκαστικά σταματάω γύρω στα πενήντα μέτρα μακρυά τους. Γυρίζω το κεφάλι προς το μέρος τους και έχουμε το παρακάτω διάλογο:

Τροχονόμος: Γύρνα και έλα εδώ!

Εγώ : Δεν το κάνω γιατί έχει διπλή γραμμή ο δρόμος!

Τροχονόμος: Κανένα πρόβλημα! εγώ κάνω κουμάντο!

Εγώ : Είπα δεν κάνω αναστροφή γιατί δεν επιτρέπεται!

Τροχονόμος: Καλά, τότε πάρε τα χαρτιά και έλα εδώ!
Στηρίζω τη μηχανή παίρνω τα χαρτιά μου στο χέρι και πηγαίνω στο περιπολικό.
Χωρίς να βγάλω το κράνος δίνω τα χαρτιά και μου λέει:

Τροχονόμος: Το όριο είναι 50χλμ και εσύ πέρασες με 80!

Φανερά ενοχλημένος από την καθυστερημένη ειδοποίηση για να σταματήσω του λέω:
Εγώ : ΟΚ! γράψε τη κλήση να φύγω είμαι κουρασμένος και θέλω να φτάσω νωρίς σπίτι!

Τροχονόμος: Κοίτα, δεν θα σε έγραφα αλλά είσαι εριστικός... Θα γράψω ότι πήγαινες με 60χλμ..

Εγώ : ΡΕ παζάρια θα κάνουμε? Γράψε με να φύγω!

Με τρεμάμενα χέρια μου έγραψε τη κλήση στην οποία είχε κάνει λάθος τον αριθμό πινακίδας... Τελικά την πλήρωσα αργότερα μη θέλοντας να τρέχω στα δικαστήρια...

Τη συγκεκριμένη διαδρομή την έκανα πάνω από 30 φορές με όλες τις καιρικές συνθήκες και σε όλες τις ώρες. Πάντα είχε να μου δείξει και να μου μάθει κάτι διαφορετικό.
 Όμως κάθε φορά μου άφηνε το ίδιο ερωτηματικό: Πότε ξεκινάει η επόμενη...



"Δυο αγάπες μαζί"

+Κοινός Θνητός 



Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...