28 June 2015

Έλα μούτσο πιάσε το τιμόνι!



Πρόσεχε όμως, αυτά που θα έπρεπε να ξέρεις, χωρίς να στα έχω μάθει, για να μας βγάλεις απ' τη φουρτούνα. Σα καπετάνιος εγώ και οι προκάτοχοι μου, έκανα ότι μπορούσα, τώρα η σειρά σου. Τώρα είναι καιρός να δείξεις ότι τα τόσα χρόνια στο αμπάρι, στη μουτζούρα, σου έμαθαν πως να επιβιώνεις. Τα πτυχία του καπετάνιου δεν μπορούν να μας προσφέρουν τίποτα. Τώρα αυτό που μετράει είναι πως μπορείς να επιβιώσεις με τα λιγότερα δυνατά. Κάτι που σαν καπετάνιος δεν τα χρειάστηκα ποτέ, γιατί ζούσα κατάστρωμα όχι αμπάρι!
 Έλα μούτσο, πιάσε το τιμόνι! Βγάλε πορεία σε αχαρτογράφητα νερά. Δείξε ότι δεν φοβάσαι να βραχείς, να πεινάσεις, να πονέσεις. Κι άμα περάσει κι αυτό, θα γυρίσω να κουμαντάρω ξανά, σε γαλήνια νερά το καράβι, με εσένα μέσα. Να σε οδηγήσω σ’ αυτά που ονειρεύεσαι, σ’ αυτά που ζηλεύεις…    +Κοινός Θνητός  28-6-2015


Γιώργος Θαλασσινός : Καπετάνιο μου
μ' όλο το σεβασμό στις σχολές, τα σειρήτια και τα πτυχία σου κι αφού μου το ζητάς, άσε, να το παλέψω κι ίσως το βγάλω το βαπόρι απ' τη φουρτούνα.
Έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε, έτσι κι αλλιώς θα μας ρουφήξει το θεριό...

Δεν γεννήθηκα στο αμπάρι, ξέρεις, δεν γεννήθηκα στη μουτζούρα. Στη θάλασσα γεννήθηκα, άνθρωπος της θάλασσας είμαι, στις φλέβες μου τρέχει, μαζί με το αίμα, η αρμύρα της.
Στις φλέβες μου κυλά το αίμα εκείνου του θαλασσοπόρου, που μ' ένα μονοκάταρτο πάτησε όλον τον κόσμο πριν χιλιάδες χρόνια, εκείνου του καραβοκύρη που έκαμε την Ελλάδα πρώτη δύναμη στη θάλασσα, εκείνου του ναύτη που φόρτωσε μπαρούτι στη φελούκα και τίναξε στον αέρα τη ναυαρχίδα του κατακτητή.
Ο πρόγονός μου ήταν ναύτης στο "Αβέρωφ", σκοπευτής στο "Παπανικολής", γεμιστής στην "Έλλη". Κανείς τους δεν είχε σειρήτια στο μανίκι, μα όλοι έζησαν και πέθαναν στη θάλασσα.
Απ' τον καιρό που δεν υπήρχαν χάρτες, που δεν υπήρχαν GPS, που την πορεία την χάραζαν διαβάζοντας τ' αστέρια και ποτέ, κανείς, δεν έχασε το δρόμο, δεν ξέφυγε απ' την πορεία...
Είμαι ο γιός της θάλασσας, απ' το ζευγάρωμα της με τον Έλληνα ναυτικό, καπετάνιο μου, αυτή με μεγάλωσε, την ξέρω και με ξέρει απ' τα γεννοφάσκια μου.
Την ξέρω στα καλά και τα κακά της, την ξέρω σε φουρτούνα και μπουνάτσα, της μιλώ και μου μιλά, συνεννογιόμαστε.
Άσε να την παλέψω και τούτη τη φορά λοιπόν. Να σε βοηθήσω, τώρα πού 'χεις κόντρα τον καιρό κι ύστερα ξαναγυρνώ στ' αμπάρι μου εγώ, στη γέφυρά σου εσύ.
Και πάρε και τη δόξα, δεν με πειράζει, μαθημένος είμαι και σ' αυτό. Τ' όνομα του παππού μου, που τον βουλιάξανε στην Τήνο, δεν το θυμάται κανείς, έξω από μένα... Τον δικό σου παππού, που ήταν ο καπετάνιος, τον θυμούνται όλοι. Μα για 'κείνους δεν έχει καμιά διαφορά, καμιά σημασία... μαζί βουλιάξανε.
Κι αφού σήμερα, κατά πως φαίνεται, τα Χάρβαρντ και τα Λοντονσκούλια δεν μπορούν να μας βγάλουν απ' τη φουρτούνα, πιάσε το τιμόνι από τη μια εσύ, από την άλλη εγώ, μπας και μαζί το σώσουμε το καράβι...
Γιατί αλλιώς μαζί θα βουλιάξουμε. Κι εμένα δεν θα με θυμάται κανείς, εξόν απ' τα παιδιά μου. Εσένα θα σε θυμούνται όλοι. Θα μείνεις στην ιστορία σαν ο καπετάνιος που έχασε την πορεία, που έπεσε στα βράχια, που το βούλιαξε το καράβι...


Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...