15 December 2015

Μια αλλιώτικη κυνηγετική ιστορία

Ήταν καλή ώρα σαν και τώρα, μέσα Δεκέμβρη, παραμονές Χριστουγέννων. Στο ίδιο μέρος, ίδιο θήραμα, ίδιος καιρός, άλλοι πρωταγωνιστές αφού τα σεττερ που κυνηγούσα τότε δεν βρίσκονται εν ζωή, κι εγώ 14 χρόνια μεγαλύτερος. Τεστάρω στα γλιστερά μονοπάτια ανάμεσα στα δέντρα τις δυνατότητες μου περπατώντας στα ίδια χνάρια που περπατούσα πριν από 14 χρόνια και συγκρίνοντας  το ζαρκαδίσιο πάτημα του τότε με το καμηλίσιο που έχω τώρα. Δεν παραπονιέμαι. Μπορεί να έχω χάσει τη σβελτάδα των 30 χρόνων, αλλά έχω κερδίσει τη σοφία να διαχειρίζομαι τις δυνάμεις μου ώστε να φτάνω στη κορυφή με λιγότερες ανάσες και προπάντων με ασφάλεια...





Μία μία αρχίζουν να μου αποκαλύπτονται καταχωνιασμένες αναμνήσεις από κυνηγετικά περιστατικά που έζησα σ αυτόν το τόπο. Πονηρά σημεία, χαμένες μπεκάτσες, φέρμες, επαφές μ' αγρίμια, "υπό εξαφάνιση" για κάποιους, ορατά για μένα... Όμορφος τόπος. Προσωπικός κυνηγετικός παράδεισος.

Είναι αξιοθαύμαστο πράγματι πως το μυαλό ξεθάβει όμορφες αναμνήσεις αλλά και πως  θάβει άλλες όχι και τόσο όμορφες.
Έχω βρεθεί στο ίδιο φρύδι που στεκόμουν πριν από 14 χρόνια, σε ένα σημείο περίπου 600 μέτρα από εκεί που άφηνα πάντα το αυτοκίνητο. Όπως και τότε το βλέπω απέναντι μου. Χαμηλότερα από μένα. Απροειδοποίητα μπαίνει τσόντα μια όχι και τόσο καλή ανάμνηση.

...έχω κάτσει να ξεκουραστώ στη άκρη του πέταλου που δημιουργούν οι κορυφές των ντυμένων λόφων που κυνηγώ. Στη ζώνη μου κρέμονται 3 μπεκάτσες που αποκτήθηκαν σχετικά εύκολα αν εξαιρέσω τις συνθήκες. Η αρκετά χαμηλή θερμοκρασία, λίγους βαθμούς κάτω από το μηδέν σε συνδυασμό με την ελαφριά ομίχλη, σε παγώνει περισσότερο ψυχολογικά παρά πραγματικά αφού είμαι κατάλληλα εξοπλισμένος. Απέναντι και χαμηλότερα βλέπω το σταθμευμένο μου αυτοκίνητο. Στο έρημο τοπίο εμφανίζεται από το πουθενά μια ανθρώπινη φιγούρα και κατευθύνεται προς αυτό. Δεν μπορώ να διακρίνω αν είναι κυνηγός η τσομπάνης. Βλέπω το άτομο να βάζει τα χέρια στο πίσω τζάμι της πόρτας και να κοιτά στο εσωτερικό του samurai.

Πάγωσα! Πίσω έχω το δεύτερο όπλο και συνήθως την πόρτα δεν την κλειδώνω! Περνάω το όπλο χιαστή στον ώμο και ξεκινάω ένα ξέφρενο τρέξιμο σε μονοπάτι που να περπατήσεις με παγωνιά είναι δύσκολο πόσο μάλλον να τρέξεις! Τρώω σφαλιάρες από κλαδιά, γλιστράω αλλά καταφέρνω να μένω όρθιος  πιάνοντας κλαδιά και στηριζόμενος με τα χέρια. Ούτε κατάλαβα πως κατέβηκα κι έφτασα στο αυτοκίνητο. Αντικρίζω τον τύπο να έχει ανοίξει ήδη την πίσω πόρτα, να έχει πάρει κάτω από τη μασχάλη ένα μπιτόνι με λάδι μηχανής που είχα, και να σκαλίζει το σακίδιο που φυλούσα μέσα κάποια σάντουιτς και καφέ. Τα δύο σέττερ που είχα μαζί μου αρχίζουν να τον γαβγίζουν με αποτέλεσμα φοβούμενος να κολλήσει με τη πλάτη στο αυτοκίνητο.

Εκείνη τη στιγμή αντιλαμβάνομαι ότι δεν σκέφτηκα καλά το όλο σενάριο. Τι θα γίνει αν είναι οπλισμένος? Αν κινηθεί απειλητικά προς το μέρος μου? Αν υπάρχουν συνεργοί? Η μόνη άμυνα μου είναι κρεμασμένη στον ώμο.Το μόνο που μου δημιουργεί κάποιο αίσθημα ασφάλειας είναι το μαχαίρι που κρέμεται στη τσάντα και εκείνο πάλι δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο είμαι έτοιμος να το χρησιμοποιήσω εναντίον ανθρώπου. Δεν ξέρω και ούτε μπορώ να φανταστώ  τις προθέσεις του τύπου που ήδη έχει ανοίξει και ψαχουλεύει το αυτοκίνητό μου. Προσπαθώ να βρω την ανάσα μου και να αρθρώσω λέξη. Προσπαθώντας να καταλάβω από το παρουσιαστικό του τι ρόλο παίζει αντιλαμβάνομαι ότι είναι ελαφρύτερα ψηλότερος από εμένα, δείχνει γεροδεμένος και από τα χαρακτηριστικά του δεν είναι Έλληνας. Σκέφτομαι ότι ίσως είναι Αλβανός. Ένας από τους πολλούς που περνούν από τη περιοχή κατευθυνόμενοι νότια ή προς Θεσσαλονίκη....

Έχουμε μείνει παγωμένοι και οι δυο. Κανένας μας δεν βγάζει λέξη. Ο άγνωστος συνεχίζει να βρίσκεται με τη πλάτη στο αυτοκίνητο, με το μπιτόνι να του έχει πέσει στα πόδια, και τα τυλιγμένα στο αλουμινόχαρτο σάντουιτς στο χέρι που τα έχει σηκωμένα στον αέρα. Τα σκυλιά συνεχίζουν να τον γαβγίζουν και να τον έχουν μπλοκαρισμένο.

Ανακτώντας η καρδιά τους φυσιολογικούς παλμούς της, και η ανάσα μου σχεδόν φυσιολογικό ρυθμό, τον ρωτάω με έντονο ύφος:
- Τι θέλεις?
Μου απάντα κάτι στα Αλβανικά αλλά καταλαβαίνω από τη κίνηση που κάνει με το χέρι του στο στομάχι του ότι πεινάει. Τον ρωτάω δείχνοντας το μπιτόνι με το λάδι:
- Αυτό τι το θέλεις?
Κάνοντας μου νοήματα με τα δυο χέρια καταλαβαίνω ότι το θέλει για να ανάψει φωτιά. Μέσα σε όλα τα νοήματα και άγνωστες αλβανικές λέξεις που μου δείχνει και λέει αντιλαμβάνομαι ότι αναφέρει τη λέξη "παιδί".
Μαλώνω τα σκυλιά που γυρίζουν και πηδούν μέσα στο αυτοκίνητο. Συνεχίζω να του κάνω ερωτήσεις αλλά ποιο ήρεμα τώρα. Προσέχω ότι μου μιλάει και τρέμει. Σαν τρομαγμένο αγρίμι. Τα λερωμένα από λάσπες ρούχα του μόνο γι αυτές τις θερμοκρασίες δεν είναι.

Ήταν σύνηθες  οι λαθρομετανάστες από Αλβανία εκείνα τα χρόνια. Τους βλέπαμε να περνάνε κατά ομάδες από τα βουνά μας κατευθυνόμενοι προς τα νότια της Ελλάδας προς ανεύρεση εργασίας ή όποιας άλλης δουλειάς. Δυστυχώς μέσα σε αυτούς υπήρχαν και άτομα τα οποία οι σκοποί τους δεν ήταν και τόσο καλοπροαίρετοι. Γι αυτό συνέχισα να είμαι επιφυλακτικός απέναντι του αποφεύγοντας να του γυρίσω τη πλάτη ή να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Η ιδέα όμως ότι ταξιδεύει με παιδί μαζί του, με αυτές τις συνθήκες, την ένιωθα γροθιά στο στομάχι που μου απαγόρευε απλά να του δώσω τα σάντουιτς και να τον στείλω στην ευχή της Παναγίας.

Επικεντρώθηκα στο να τον ρωτάω και να προσπαθώ να καταλάβω αν τελικά είναι μόνος του ή με παρέα. Από αυτά που προσπαθούσε να μου εξηγήσει κατέληξα ότι είναι τέσσερα άτομα και δείχνοντας μου με το χέρι σε ύψος.... δυο μικρά παιδιά!?
Οι άμυνες μου άρχισαν να πέφτουν. Αλλάζω σακίδιο με αυτό που έχω μέσα κάποια μπισκότα, καφέ, σάντουιτς, όπως επίσης και τα διπλά γάντια κάλτσες και σκούφους και τον παροτρύνω προχωρώντας μπροστά να μου δείξει που έχουν κατασκηνώσει οι υπόλοιποι. Έχω ακόμα τις επιφυλάξεις μου. Ήταν σύνηθες να πέσεις θύμα ληστείας προκειμένου να χρησιμοποιήσουν το αυτοκίνητο σου ώστε να φτάσουν στον προορισμό τους. Συνεχίζω να έχω το όπλο μαζί μου αλλά μου είναι αδιανόητο να μπορέσω ποτέ να το χρησιμοποιήσω εναντίον ανθρώπου. Ακόμα και αν απειλείται η ίδια μου η ζωή.

Προχωρήσαμε περίπου 500 μέτρα προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που κυνηγούσα. Στις ρίζες μιας από τις γέρικες βελανιδιές που είναι γεμάτη η περιοχή, διέκρινα ένα σωρό από πολύχρωμες κουβέρτες ή τουλάχιστον έτσι φαίνονταν μέχρι να πλησιάσουμε κοντύτερα. Μπροστά στο σωρό, μισοκαμμένα κούτσουρα κάπνιζαν σε μια σβησμένη φωτιά. Ο λόγος που ήθελε το λάδι. Στο άκουσμα των βημάτων πάνω στα παγωμένα ξερά φύλλα, ένα κεφάλι τυλιγμένο σε ένα κασκόλ ξεπρόβαλε μέσα από τη κουβέρτα. Η κίνηση τίναξε τη πάχνη από πάνω της. Από τα μάτια κατάλαβα ότι επρόκειτο για γυναίκα. Κάτι της είπε και εκείνη άπλωσε τρεμάμενα το γυμνό χωρίς γάντι χέρι για χειραψία. Έβγαλα το δικό μου γάντι και έπιασα το χέρι της. Το κρύο που άγγιξα ταίριαζε ποιο πολύ σε νεκρό σώμα παρά σε ζωντανό. Στα μάτια διέκρινα μια απόγνωση, αυτή που συναντάς σε ανθρώπους που έχουν παραιτηθεί από τη ζωή, παραδώμένους... Κάτι της είπε και πάλι και με μια κίνηση όπως αυτή του αετού που ξεδιπλώνει τα φτερά του για να ξεπιαστεί όσο βρίσκεται στη φωλιά, ανοίγει τα χέρια μαζί και τη παγωμένη κουβέρτα αποκαλύπτοντας μου δυο κουλουριασμένα κολλητά επάνω της πλάσματα!

Η γροθιά που είχα στο στομάχι έγινε κόμπος που ανέβηκε στο λαιμό και πίεζε να βγει από το στόμα κραυγή. Προσπαθώντας όσο μπορούσα να δείξω ψύχραιμος, να κρύψω το βούρκωμα που ένιωθα να πνίγει τα μάτια μου, έβγαλα το σακίδιο, άφησα στην άκρη το όπλο, και βάλθηκα να μαζεύω και να σπάω χαμόκλαδα σε μια προσπάθεια να βάλω ξανά μπρός τη σβησμένη φωτιά. Μόλις με είδε εκείνος έκανε το ίδιο. Έλουσα τα κούτσουρα με το λάδι και σύντομα η πρώτη φλόγα άρχισε να χορεύει στο παγωμένο σκηνικό. Κάθισα σε ένα από τα κούτσουρα που είχαμε έτοιμα για τη φωτιά κι αρχισα να αδειάζω το σακίδιο ευχόμενος να είναι γεμάτο από εκείνα τα άχρηστα, άνοστα, άσχημα πράγματα και τρόφιμα που πετάμε. Ένα ζευγάρι παλιά γάντια, σκούφο, κάλτσες. Ενα πακέτο μπισκότα, μια κονσερβα, σοκοφρέτες, ενα θερμό με καφέ, ένα μπουκαλάκι νερό, κι ένα άλλο με τσίπουρο. Το ανοίγω και πίνω μια τζούρα. Όχι για να ζεσταθώ αλλά για να πνίξω την οργή γι αυτό που έβλεπα. Μια οικογένεια στη μέση του πουθενά, καταχείμωνο, να κοιμούνται στη παγωνιά, να ταξιδευούν προσπαθώντας να βρουν καλύτερη τύχη...

Αφήνω τα λιγοστά τρόφιμα μπροστά της, μη δίνοντας τα σημασία κι έχοντας τα μάτια της καρφωμένα στις φλόγες.

Πρότεινα το μπουκάλι με το τσίπουρο σε εκείνον που προσπαθούσε να ζεσταθεί τρίβοντας τα χέρια του μπροστά στη φωτιά που τώρα θέριευε. Δυο ζευγάρια μάτια ακόμα άρχισαν να ξεπροβάλλουν κάτω από τη κουβέρτα. Κουτάβια, κλωσόπουλα. Και τα δυο όχι πάνω από 5 χρόνων. Αθώα πλάσματα σε ένοχο κόσμο. Το ένα από αυτά προσπαθεί να φτάσει μια γκοφρέτα.  Απλώνω το χέρι και του την δίνω. Κατά λάθος με άγγιξε με το παγωμένο χεράκι του. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω άλλο τα δάκρυα που περίμεναν στην άκρη των ματιών μου τόση ώρα....

Σηκώθηκα, άδειασα τις τσέπες μου απ ότι χρήματα είχα, έβγαλα το σκούφο και τα γάντια που φορούσα και μαζί με το σακίδιο τα άφησα δίπλα στη φωτιά. Παίρνω το όπλο, και χωρίς κουβέντα, ούτε καν ματιά, γύρισα κι άρχισα να απομακρύνομαι πηγαίνοντας για το αυτοκίνητο....

Ο αέρας τώρα είναι ποιο κρύος, ποιο σκληρός. Κοιτάζω το ρολόι. Μεσημέριασε. Στο σπίτι θα με περιμένουν για το μεσημεριανό. Έχω να κάνω και τα Χριστουγεννιάτικα ψώνια...

Καλά Χριστούγεννα σε όλους. Φέτος ας νιώσουμε ευτυχισμένοι και ευγνώμονες γι αυτά που έχουμε.




+Κοινός Θνητός  15-12-2015
 

Δείτε και αυτό...

Τέλος κεφαλαίου.

(Το παρακάτω το είχα γράψει όταν πήρα την απόφαση να γυρίσω Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί δεν το δημοσίευσα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πεις ...